Δημιουργία και Θεός [Δ΄μέρος]

Δημιουργία και Θεός [Δ΄μέρος]
ΜΙΑ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ: Κατά το πρώτο βιβλίο της Α. Γραφής, τη Γένεση, ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξι μέρες. Και όταν η Γραφή λέει έξι μέρες, «και εγένετο εσπέρα, και εγένετο πρωί ημέρα μία (…) ημέρα δευτέρα (…) ημέρα τρίτη» κ.ο.κ., δεν μας λέει ότι οι μέρες είναι 24ωρες ηλιακές μέρες, αφού ο ήλιος ακόμη δεν είχε δημιουργηθεί για να διαχωρίζει τις ημέρες από τις νύκτες. Ο ήλιος την τέταρτη “μέρα” παρουσιάζεται στον ορίζοντα. Δεν πρόκειται, λοιπόν, περί ημερών 24 ωρών, όπως είναι οι γήινες σημερινές ημέρες. Πρόκειται για μακρότατα χρονικά διαστήματα, εκατομμυρίων ετών, που η Γραφή τα ονομάζει μέρες. Λέει και ο ψαλμωδός στο Θεό· «ότι χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου ως ημέρα η εχθές, ήτις διήλθε, καὶ φυλακὴ εν νυκτί»!!! (Ψαλμ. πθ΄ 4). Στα μακρά αυτά χρονικά διαστήματα της εξαημέρου ο Θεός κατά τάξη πορεύθηκε στη δημιουργία των διαφόρων όντων. Άρχισε από τα ατελή και προχώρησε στα τελειότερα. Από τα ανόργανα στα ενόργανα, από τα άψυχα στα έμψυχα, από τα άβια στα έμβια κι από εκεί στα εμψύχως έμβια.
Πρώτα από την ανόργανη και άπλαστη και άμορφη ύλη και προχώρησε στα φυτά, τα ζώα, και τέλος τον άνθρωπο, επειδή ο άνθρωπος είναι η κορωνίδα των δημιουργημάτων του. Και είναι η κορωνίδα των δημιουργημάτων του Θεού ο άνθρωπος, αφού στον άνθρωπο έδωσε και ψυχή [η οποία είναι μεν πνευματική και αθάνατη, αλλά και αυτή δημιούργημα του Θεού, εκ του μηδενός προερχόμενη], που πρέπει να οδηγήσει τον άνθρωπο στο “καθ’ ομοίωσιν” με το Δημιουργό του. Ως απάντηση στο ρηθέν από μερίδα επιστημόνων ότι ο κόσμος-Σύμπαν έγινε από το μηδέν (!!!), απαντάμε ότι από το μηδέν μηδέν παράγεται και έτσι αυτόματη γένεση του κόσμου δεν στέκει και αποκλείεται. Αλλά, προς τους σκεπτικιστές, προτείνουμε το εξής σχήμα: εάν μπροστά από το μηδέν βάλουμε μια μονάδα τότε το ένα μηδέν γίνεται 10, τα δύο μηδενικά 100, τα 6 μηδενικά ένα εκατομμύριο, κ.ο.κ. Αυτή η μονάδα, η Τριαδική Μονάδα, ή Μονάς εν Τριάδι, είναι ο Άγιος Τριαδικός Θεός που το μηδέν (0) το έκανε κόσμο, το έκανε αυτό το θαυμάσιο Σύμπαν που μας περιβάλλει και τα εν αυτώ δημιουργήματά του.
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: Κάποιοι αποκάλεσαν το σωματίδιο του Χιγκς ως «σωματίδιο του Θεού». Άλλοι όμως διετύπωσαν την άποψη πως ο καλύτερος ορισμός είναι «σωματίδιο θεός». Άλλο, όμως, να υποστηρίζει κανείς ότι πρόκειται για έναν τρόπο με τον οποίο ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, και άλλο το ανιμιστικό αξίωμα ότι αυτή η ενέργεια και η ύλη είναι θεός!!! Στην δεύτερη περίπτωση ο άνθρωπος οδηγείται στον αθεϊσμό και τον υλισμό, αποδεχόμενος ότι αρχή του κόσμου είναι η ύλη! Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι προσπαθώντας να απαντήσουν στο ερώτημα πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, έδωσαν δύο γενικές απαντήσεις. Κάποιοι προσωκρατικοί, όπως οι Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, εισηγητές της λογικής κοσμοερμηνείας, μιλούσαν για την ύπαρξη της ύλης από την οποία δημιουργήθηκε ο κόσμος, και τη δύναμη της ύλης, ταυτίζοντας ύλη και δύναμη [μηχανική ενέργεια της ύλης]. Οπότε, ο κόσμος, κατ΄αυτούς είναι υλικός και μηχανικός. Άλλοι, οι μεταφυσικοί φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων, αναπτύσσοντας τη θεωρία των ιδεών, πίστευε πως όλα τα όντα είναι αντίγραφα των ιδεών που υπήρχαν στον νού του ανώτατου όντος, του Θεού, ενώ ο Αριστοτέλης έκανε λόγο για το «πρώτον ακίνητον κινούν». Οι Πατέρες της Εκκλησίας, μελέτησαν τα σχετικά με την δημιουργία του κόσμου με θεολογικό λόγο. Αρνήθηκαν και τον υλισμό και την μεταφυσική. Έτσι, στις δύο αυτές φιλοσοφικές κατευθύνσεις «εν αρχή ήν η ύλη» και «εν αρχή ήν η ιδέα», αντιπαρέθεσαν το «εν αρχή ήν ο Λόγος». Ο Θεός είναι πρόσωπο, είναι αγάπη, αφού η αγάπη είναι η άκτιστη ενέργεια του Θεού. Επομένως ο Θεός δεν είναι ούτε ιδέα ούτε ύλη. Οι σύγχρονοι επιστήμονες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, ερμηνεύοντας τις νέες ανακαλύψεις. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνοι που αποδέχονται κάποια δύναμη που βρίσκεται έξω από τον χώρο και τον χρόνο, η οποία δημιούργησε τον κόσμο. Στην δεύτερη κατηγορία είναι οι αγνωστικιστές και οι άθεοι που ερμηνεύουν την δημιουργία του κόσμου χωρίς να πιστεύουν στην ύπαρξη του Θεού. Πάντως, κατά τους Πατέρας, οι επιστήμονες μπορούν να ερευνούν τον κόσμο, να εξετάζουν από τι αποτελείται, πώς έγινε, αλλά δεν μπορούν να εισέρχονται σε άλλα πεδία, όπως της ύπαρξης ή μη του Θεού. Στην πατερική αυτή άποψη συμφωνεί και η απλή λογική: είναι αδύνατον για τον πεπερασμένο ανθρώπινο νου να φτάσει σε σε ύψη “αποκρυπτογράφησης” των σχεδίων και της δύναμης του Θεού. Ακόμη, άλλο είναι το έργο της επιστήμης και άλλο το έργο της ορθόδοξης θεολογίας και δεν πρέπει να υπάρχει σύγκρουση μεταξύ τους. Η επιστήμη ερευνά τον κτιστό κόσμο, ύλη, άτομα, μόρια, πρωτόνια, σωματίδια, κύτταρο, γονίδια, ιούς, μικρόβια, κλπ. ενώ η θεολογία, ως πνευματική εμπειρία, ασχολείται με το πώς ο άνθρωπος θα γνωρίσει τον Θεό με τις άκτιστες ενέργειές Του. Η επιστήμη πρέπει να αξιοποεί τα θεία δώρα, που λέγονται ανθρώπινος νους και επινοητικότητα, και να προχωρεί σε διάφορες ανακαλύψεις που πρέπει να ωφελούν [και να μη βλάπτουν] τους ανθρώπους, μιμούμενη τον Ίδιο τον Άγιο Τριαδικό Θεό το γεννήτορα του καλού, της αγάπης και της φιλανθρωπίας. Η ορθόδοξη θεολογία, από την πλευρά της, δίνει απαντήσεις στις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου και στο πώς θα αποκτήσει ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τους συνανθρώπους του, σε μια εποχή μάλιστα που κηρύσσεται λόγοις «ο θάνατος του Θεού», και έργοις «ο θάνατος του πλησίον». Ο άνθρωπος δεν είναι άλογο όν, αλλά αναπτύσσει πολιτισμό, καλλιεργεί τις πνευματικές αρχές, αναζητά τον Θεό και επιδιώκει να βιώσει την αγάπη Του. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει, έστω υποβαθμισμένη ζωή, χωρίς επιστήμη, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς Θεό και πραγματική ζωή. Επομένως, η επιστήμη προσπαθεί να ερμηνεύσει τη δημιουργία και τη σύσταση του κόσμου, αλλά εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι ποιός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι άλογη δύναμη, ούτε ευδαίμον όν, αλλά τριαδικό πρόσωπο, είναι ο Λόγος που δημιούργησε τον κόσμο και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχουν οι «λόγοι των όντων», η ενέργεια του Θεού. Ακόμη ο Θεός προσέλαβε σώμα για να θεώσει τον άνθρωπο. Έτσι, ο άνθρωπος που, κατά τον σημαντικό ορισμό του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, είναι «ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον και πέρας του μυστηρίου τη προς Θεόν νεύσει θεούμενον», δεν πρέπει να αναπαύεται σε μερικές ανακαλύψεις, όσο ωφέλιμες κι αν είναι, αλλά αναζητά τον προσωπικό Θεό, τον μόνο που μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή του.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ [ΓΙΑ ΤΑ ΤΈΣΣΕΡΑ ΤΕΛΕΥΤΑΊΑ ΆΡΘΡΑ] : Η Γένεση [Παλαιά Διαθήκη], Ελληνική Πατρολογία [Migne P. G.], Alan H. Guth, «Το πληθωριστικό Σύμπαν», 2001 εκδόσεις Γκοβόστη.