Κυριακή ΙΑ΄Ματθαίου – Ο άσπλαχνος δούλος

Ευαγγέλιο: Ματθ. ιη΄ 23-35
Ματθ. 18,23       Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη  βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ,ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ.

Ματθ. 18,23             Το καθήκον να συγχωρούμεν αυτούς που μας έφταιξαν είναι απεριόριστον. Δι’ αυτό και η βασιλεία των ουρανών έχει παρομοιωθή με ένα βασιλέα, που ηθέλησε να λογαριασθή με τους δούλους του, στους οποίους είχεν εμπιστευθή την διαχείρισιν των οικονομικών του.
Ματθ. 18,24       ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων.
Ματθ. 18,24             Εκεί δε που ήρχισε να εξετάζη τους λογαριασμούς, του έφεραν βιαίως έναν, που του χρεωστούσε το τεράστιον πόσον των δέκα χιλιάδων ταλάντων.
Ματθ. 18,25       μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι.
Ματθ. 18,25             Επειδή δε δεν είχε να επιστρέψη όσα χρεωστούσε, διέταξε ο κύριός του να πωληθή ως δούλος αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του και όλα όσα είχε, δια να εξοφληθή έτσι έστω και μέρος από το χρέος.
Ματθ. 18,26       πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω.
Ματθ. 18,26             Επεσε τότε κατά γης ο δούλος εκείνος, τον επροσκυνούσε και έλεγε· “Κυριε, δείξε επιείκειαν και μακροθυμίαν εις εμέ και όλα όσα σου χρεωστώ, θα σου τα πληρώσω”.
Ματθ. 18,27       σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ.
Ματθ. 18,27             Εφάνη δε σπλαγχνικός ο Κυριος του δούλου εκείνου, τον αφήκεν ελεύθερον και του εχάρισεν όλον το χρέος.
Ματθ. 18,28       ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις.
Ματθ. 18,28             Αλλ’ εκείνος ο δούλος όταν εβγήκεν έξω, ευρήκε ένα από τους συνδούλους του, ο όποιος του χρεωστούσε το μηδαμινόν ποσόν των εκατό δηναρίων. Αμέσως τον επιασε και τον επίεζε κατά τον πλέον σκληρόν τρόπον λέγων· Πλήρωσέ μου ο,τι μου χρεωστάς.
Ματθ. 18,29       πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι·
Ματθ. 18,29             Επεσε τότε ο σύνδουλος εκείνος εις τα πόδια αυτού και τον παρακαλούσε λέγων· Δείξε σε μένα επιείκειαν και μακριθυμίαν και θα σου επιστρέψω τα οφειλόμενα.
Ματθ. 18,30       ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον.
Ματθ. 18,30             Αυτός δε δεν ήθελε να ακούση τίποτε, αλλά επήγε και τον κατήγγειλε εις τας αρχάς και τον έβαλε εις την φυλακήν, έως ότου πληρώση το χρέος του.
Ματθ. 18,31       ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα.
Ματθ. 18,31              Οι άλλοι σύνδουλοί του, όταν είδαν αυτά που έγιναν, ελυπήθηκαν πάρα πολύ και ελθόντες στον κύριόν των του διηγήθηκαν με ακρίβειαν όλα τα γεγονότα.
Ματθ. 18,32       τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με.
Ματθ. 18,32—Τοτε εκάλεσε αυτόν ο κύριός του και του είπε· Δούλε πονηρέ, όλο το τεράστιον εκείνο χρέος σου το εχάρισα, διότι με παρεκάλεσες.
Ματθ. 18,33       οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;
Ματθ. 18,33             Δεν έπρεπε και συ να λυπηθής και να ελεήσης τον σύνδουλό σου, όπως εγώ ο Κυριος σου σε ελυπήθηκα και σε ελέησα;
Ματθ. 18,34       καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ.
Ματθ. 18,34             Και οργισθείς ο κύριός του τον έβαλε εις την φυλακήν και τον παρέδωκε στους βασανιστάς, δια να τον βασανίζουν, μέχρις ότου εξοφλήση όλον το χρέος του.
Ματθ. 18,35       Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.
Ματθ. 18,35             Ετσι και ο Πατήρ μου ο επουράνιος θα κάμη εις σας εάν δεν συγχωρήτε ο καθένας στον αδελφόν του, με όλην σας την καρδιά, τα πταίσματα, που έχει κάμει απέναντί σας”.
Είχε ρωτήσει ο Απόστολος Πέτρος τον Κύριο, πόσες φορές υποχρεούται να συγχωρεί τον άλλον, όταν του φταίξει. Για να εννοήσουμε δε όλοι ότι οφείλουμε πάντοτε, χωρίς περιορισμούς και χωρίς εξαίρεση, να συγχωρούμε αυτούς που μαςφταίνε, είπε ο Κύριος την παραβολή του άσπλαχνου δούλου.
Ένας επίγειος βασιλιάς θέλησε να λογαριαστεί µε τους δούλους και τους άλλους υπηρέτες του, στους οποίους είχε αναθέσει να διαχειρίζονται τα εισοδήματα του. Καθώς λοιπόν άρχισε να λογαριάζεται, του έφεραν έναν χρεώστη ο όποιος όφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα, δηλαδή περίπου εξήντα εκατομμύρια χρυσές δραχμές. Ένα τόσο μεγάλο ποσό όμως, πού να το βρει εκείνος να το πληρώσει. Ο Κύριός του τότε, ο βασιλεύς, διέταξε να πωληθεί και αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του και όλη εν γένει η περιουσία του, για να πληρωθεί το χρέος.
Όταν άκουσε την απόφαση του Κυρίου του ο δούλος, έπεσε στα γόνατα και τον προσκυνούσε και τον παρακαλούσε λέγοντας: «κάνε λίγη υπομονή. Περίμενέ µε, και όλα όσα σου χρωστώ θα σου τα πληρώσω». Φιλάνθρωπος και πονόψυχος ο βασιλεύς, λυπήθηκε και συμπάθησε τον δούλο. Όχι δε μόνον δέχθηκε την παράκληση του να τον περιμένει αλλά του χάρισε τελείως όλο το χρέος.
Γεμάτος χαρά ο δούλος για τη μεγάλη ευεργεσία που του έγινε, φεύγει. Μόλις όμως βγήκε έξω βρήκε έναν άλλον δούλο µε τον οποίον συνυπηρετούσαν στον ίδιο βασιλιά, και ο οποίος του χρωστούσε εκατό δηνάρια, δηλαδή περίπου ενενήντα χρυσές δραχμές. Πού τα εξήντα εκατομμύρια πού όφειλε αυτός στο βασιλιά και πού οι ενενήντα δραχμές που του όφειλε ο σύνδουλός του. Και όμως, τί σκληρότητα και τί απανθρωπιά εκ μέρους του! Τον σταματά και με τρόπον πιεστικό και απαιτητικό του λέει. «Ξόφλησέ µου ότι μου χρωστάς».
Με πολλή ταπείνωση ο δυστυχής εκείνος έπεσε στα πόδια του πρώτου δούλουκαι τον παρακαλούσε. «Περίμενέ µε και δείξε λίγη υπομονή. Δεν είναι μεγάλο το χρέος µου. Το αναγνωρίζω και θα σε πληρώσω». Που να ακούσει όμως από παρακλήσεις και ικεσίες εκείνος. Χωρίς καμιά συμπόνια, χωρίς να σκεφτεί το τεράστιο χρέος που χάρισε στον ίδιο ο Κύριός του, έριξε τον σύνδουλόν του στη φυλακή, μέχρις ότου εξοφλήσει το χρέος του.
Όταν είδαν την άσπλαχνη αυτή συμπεριφορά οι άλλοι δούλοι λυπήθηκαν πάρα πολύ. Γνώριζαν πόσα του χάρισε ο Κύριός των και αυτός να µη χαρίσει ένα μηδαμινό ποσό στο συνάδελφο του; Πηγαίνουν λοιπόν στον Κύριο τους, τον βασιλέα, και του λένε λεπτομερώς όλα όσα συνέβησαν. Αμέσως τότε εκείνος προσκαλεί τον αχάριστο και άσπλαχνο δούλο και τού λέει: «Δούλε πονηρέ και αχάριστε, εγώ σου χάρισα όλο το τεράστιο χρέος που είχες σε µένα, γιατί µε παρεκάλεσες. Δεν έπρεπε λοιπόν και συ να κάνεις το ίδιο προς τον σύνδουλό σου; Δεν έπρεπε κι εσύ να τον λυπηθείς και να του χαρίσεις το χρέος, όπως έκανα κι εγώ σε σένα;»
Θύμωσε τότε ο βασιλεύς για την αχαριστία και την σκληρότητα του δούλουκαι τον παρέδωσε σ’ εκείνους πού βασανίζουν τους φυλακισμένους για να τον τιμωρήσουν, έως ότου εξοφλήσει όλο το χρέος του. Τί φοβερή καταδίκη! Και ο Κύριος, για να µας προφυλάξει από την τρομερή κακία της μνησικακίας πρόσθεσε τα εξής: «Όπως ο βασιλεύς εκείνος τιμώρησε τον άσπλαχνο δούλο, γιατί δεν συγχώρεσε τον σύνδουλόν του, έτσι και ο επουράνιος Πατήρ. Δεν θα συγχωρήσει τις δικές σαςαναρίθμητες αμαρτίες, πού μοιάζουν µε το τεράστιο χρέος του πρώτου δούλου, εάν δεν συγχωρήσετε καθένας σας τον αδελφό σας, για όσα τυχόν σας φταίει, όχι µε το στόμα µόνο αλλά και µέ την καρδιά σας».
Δεν θα µας συγχωρήσει ο Θεός, εάν δεν συγχωρήσουμε κι’ εμείς τους συνανθρώπους µας. Ας µην υπολογίζουμε το τί κακό µας έχουν κάνει οι άλλοι. Οι δικές µας αμαρτίες προς τον Θεό είναι αναρίθμητες. Είναι ένα χρέος τεράστιο που όμως η αγαθότατη του Θεού µας το συγχωρεί, εφ’ όσον και εμείς συγχωρήσουμε τους αδελφούς µας. Ποιό είναι λοιπόν το συμφέρον µας; Ποιό όμως και το δίκαιο; Αφού οΘεός µας συγχωρεί, να συγχωρούμε κι εμείς. Ναι, ας συγχωρούμε τους άλλους για να συγχωρήσει κι’ εμάς ο Θεός.
Μ.Φ.Ν.Θ