Παρεμβατική γονιμοποίηση: θεολογικά πνευματικά κριτήρια (Α’)

3 Ιουλίου 2014

paremvatiki_15_UP

Η ορθόδοξη ηθική προσεγγίζει τον άνθρωπο με άπειρη φιλανθρωπία, ως δημιούργημα πλασμένο να μοιάσει στο Θεό, αλλά αλλοτριωμένο από την παρουσία και τη δύναμη της αμαρτίας στη ζωή του, προκειμένου να τον θεραπεύσει από τις συνέπειες της αμαρτίας. Στόχος της είναι η ένωση του ανθρώπου με τον Χριστό μέσω της χάριτος του Αγίου Πνεύματος στην ευχαριστιακή κοινωνία, η καλλιέργεια της εν Χριστώ ζωής στην καθημερινή ζωή μέσω της συμμόρφωσης της ανθρώπινης θέλησης στο θέλημα του Θεού και η μεταφορά του ανθρώπου από τον ιστορικό χωροχρόνο στην αιωνιότητα.*

*Συνεχίζουμε την παρουσίαση σε σειρά άρθρων της μελέτης σχετικά με την Παρεμβατική Γονιμοποίηση της καθηγήτριας Μ.Ε. και θεολόγου, Χαρίκλειας Φωτοπούλου. Πρόκειται για αναθεωρημένη έκδοση του κειμένου το οποίο κατατέθηκε στο ΕΑΠ ως μεταπτυχιακή – διπλωματική εργασία με επιβλέποντες τους κ. Ν. Κόϊο και Ντ. Αθανασοπούλου

Ο στόχος της ορθόδοξης ηθικής και ο φιλάνθρωπος χαρακτήρας της συντελούν στο να προσεγγίζει τα προβλήματα του ανθρώπου στις πραγματικές τους διαστάσεις και να τα αναγνωρίζει ως προβλήματα στη βάση τους ηθικά και πνευματικά, των οποίων η λύση πρέπει ν’ αναζητηθεί στο χώρο του προσώπου και της πνευματικής ζωής. Για το λόγο αυτό δεν προσδιορίζει και δεν επιβάλλει το εξουσιαστικό καλό, αλλά περιγράφει το ήθος της προσέγγισης των προβλημάτων και καλεί τον κάθε άνθρωπο να αξιολογεί υπεύθυνα τα παντοειδή προβλήματα, ν’ αποφασίζει για τον σωστό τρόπο δράσης και συμπεριφοράς κα να ενεργεί υπεύθυνα και με συνείδηση ελεύθερη για την επίλυσή τους στηριζόμενος σε αυθεντικά κριτήρια από την ορθόδοξη θεολογία και πνευματικότητα, που θεμελιώνουν το ορθόδοξο ήθος[1]. Έτσι, η ορθόδοξη ηθική περιγράφει το ήθος της προσέγγισης των αναπαραγωγικών τεχνικών και των ανακυπτόντων από την εφαρμογή τους προβλημάτων με κριτήρια που αντλεί από τη θεολογία του προσώπου, του γάμου και της τεκνογονίας.

Σύμφωνα με τη θεολογία του προσώπου ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τη θεία αγάπη ως ενιαία ψυχοσωματική ενότητα και συνάφεια κατ’ εικόνα Θεού κι έλαβε το χάρισμα να είναι πρόσωπο. Προικίστηκε δηλαδή με το χάρισμα να είναι συγκεκριμένη, μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη συγκεφαλαιώνουσα τα κοινά γνωρίσματα της ανθρώπινης φύσης κι έχουσα τη δυνατότητα να υποστασιάζει ελεύθερα τη ζωή ως αγάπη χωρίς τους περιορισμούς της κτιστότητας και της κοσμικής αναγκαιότητας και να βιώνει αυθεντικά την αλήθεια. Το πρόσωπο πραγματώνεται στην Εκκλησία μέσα από την κατακόρυφη αγαπητική κοινωνία με το Θεό και την οριζόντια αγαπητική σχέση με το συνάνθρωπο, η οποία διατηρεί την ενότητα των μελών κι αναδεικνύει τα πρόσωπα με τις ιδιαιτερότητες και τα χαρίσματά τους[2]. Ανυψώνεται δε και τελειοποιείται με τη θέωση, μια χαρισματική κατάσταση αγιασμού και ανύψωσης των ψυχικών δυνάμεων και ανύψωσης, αγιασμού και αφθαρτοποίησης του σώματος[3].

Μετά την εκ Θεού δημιουργία του πρώτου ανθρώπου ο κάθε άνθρωπος έρχεται στην ύπαρξη ως ένα συγκεκριμένο, μοναδικό και ανεπανάληπτο ανθρώπινο ον από τη στιγμή που ολοκληρώνεται η γονιμοποίηση, καθώς κατά το στάδιο της γονιμοποίησης συγγενάται η ψυχή με το σώμα[4]. Το ανθρώπινο αυτό ον είναι δώρο της αγάπης και της εμπιστοσύνης του Θεού προς τους γονείς και καρπός της ταπεινής και ελεύθερης υποταγής του θελήματος των γονέων στο θεϊκό θέλημα[5]. Κι ακόμη, όπως αποκαλύπτει το σκίρτημα του βρέφους Προδρόμου μπροστά στο βρέφος Ιησού (Λκ 1, 39-46), είναι ένα μοναδικό, ανεπανάληπτο και έτερο των άλλων πρόσωπο που βρίσκεται σε κοινωνία με τα άλλα πρόσωπα, φέρει την εικόνα του Θεού κι έχει κληθεί μέσα από μια δια βίου πνευματική πορεία να γίνει κατά χάριν Θεός[6]. Δεν είναι εν δυνάμει άνθρωπος, αλλά άνθρωπος με δυναμική προσώπου, που έχει το κατ’ εικόνα για να ζήσει το καθ’ ομοίωσιν κι ανήκει στους γονείς μόνο ως προς την ευθύνη και την προστασία.

Η ιδιαίτερη ταυτότητα του εμβρύου ως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού ψυχοσωματικής ύπαρξης από τη στιγμή της γονιμοποίησης αποδεικνύει ότι η γονιμοποίηση σηματοδοτεί την εκ θελήματος Θεού και ανθρώπου έναρξη της ανθρώπινης ζωής και της επενέργειας της χάρης και της πρόνοιας του Θεού προς τον άνθρωπο[7], ενώ τα επόμενα στάδια της κύησης αποτελούν στάδια μιας πολύμηνης διαδικασίας σωματικής ολοκλήρωσης και αύξησης του βαθμού φανέρωσης των λειτουργιών της ψυχής[8]. Επίσης, η ιδιαίτερη ταυτότητα του εμβρύου από τη στιγμή της γονιμοποίησης θεμελιώνει τα δικαιώματά του, τα οποία είναι:

  1. Το δικαίωμα της ταυτότητας: ν’ αποδείξει ότι είναι άνθρωπος αποκαλύπτοντας τα σωματικά και ψυχικά χαρακτηριστικά που το διακρίνουν από τους άλλους.
  2. Το δικαίωμα της ζωής: ν’ αναπτυχθεί και να φτάσει στην αυτόνομη ζωή.
  3. Το δικαίωμα της αιώνιας ζωής: να εκπληρώσει τον προορισμό του, την κατάκτηση της αιώνιας ζωής και να επιβάλλει την υπευθυνότητα, το σεβασμό, τη φροντίδα και την προστασία προς μια ανθρώπινη ύπαρξη, που αγωνίζεται να επιβιώσει και να ολοκληρώσει την ψυχοσωματική της ανάπτυξη[9].
 


[1] Γ. Μαντζαρίδης, Χριστιανική Ηθική Ι2 (Θεσσαλονίκη 2004), σελ. 57-59, 136–141.

[2] Α. Κεσελόπουλος, «Θεολογία του προσώπου και προσωποκεντρική ποιμαντική», Θεολογική Επετηρίδα Α.Π.Θ. 12, σελ. 174-180.

[3] Μ. Ορφανός, «Ο προορισμός του ανθρώπινου προσώπου», Κοινωνία 1, σελ. 10-12.

[4] «Ἀλλ ’ἑνός ὄντος τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ διά ψυχῆς τε καί σώματος συνεστηκότος, μίαν ἀυτοῦ καί κοινήν τῆς συστάσεως τήν ἀρχήν ὑποτίθεσθαι, ὡς ἂν μή αὐτός ἑαυτοῦ προγενέστερος τε καί νεώτερος γένοιτο, τοῦ μέν σωματικοῦ προτερεύοντος ἐν αὐτῶ, τοῦ δέ ἑτέρου ἐφυστερίζοντος…ν δέ τῆ καθ’ ἓκαστον δημιουργία μή προτιθέναι τοῦ  ἑτέρου τό ἓτερον, μήτε πρό τοῦ σώματος τήν ψυχήν, μήτε τό ἒμπαλιν…Μήτε ψυχήν πρό τοῦ σώματος, μήτε χωρίς χυψής τό σῶμα ἀληθές εἶναι λέγειν, ἀλλά μίαν ἀμφοτέρων ἀρχήν», Γρηγορίου Νύσσης, «Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου», Ε.Π.Ε. 5, 206˙ και «νωθείς κατά την σύλληψιν (Λόγος) τῆ σαρκί διά μέσης ψυχῆς νοεράς, ἒδειξεν ὅτι ἂμα σῶμα καί ψυχή, ἐν τοῦ  ἑτέρου μή προτερεῦον,   ἀλλ’ ἂμα κατ’ ἀμφω κατά τήν σύλληψιν», Μαξίμου Ομολογητού «Προς θαλάσσιον» PG 91, 1324.

[5] Ν. Χατζηνικολάου, «Τὸ ἔμβρυον καὶ ἣ ἐξέλιξις αὐτού ὥς πρὸς τὴν διάπλασιν τοῡ πλήρους ἀνθρώπινου ὄντος», ομιλία στο Συνέδριο «Ẻκκλησία καί Βιοηθική Ὁ λόγος τῆς Ẻπιστήμης καί ὁ λόγος τῆς Θρησκείας», στο Chambèsy, 2002.

[6]  Ι. Μπρεκ, «Βιοηθικά διλλήματα και Ορθοδοξία», μτφ. Ι. Ζανής, Σύναξη 68, σελ. 9,10.

[7]  «Κύριος ἐκ κοιλίας μητρός μου ἐκάλεσεν τό ὄνομά μου… καί νῦν οὒτως λέγει Κύριος ὁ πλάσας με ἐκ κοιλίας δοῦλον ἑαυτῷ τοῦ συναγαγεῖν τόν Ἰακώβ καί Ἰσραήλ πρός Αὐτόν» (Ησ. μ.θ’, 1,5). «Πρό τοῦ μέ πλάσαι σέ ἐν κοιλία ἐπίσταμαι σέ καί πρό τοῦ σέ ἐξελθεῖν  ἐκ μητρός ἠγίακα σέ προφήτην εἰς ἒθνη τέθεικα» (Ιερ.α, 5). «ὅτε δέ εὐδόκησεν ὁ Θεός ὁ ἀφορίσας μέ ἐκ κοιλίας μητρός μου καί καλέσας διά τῆς χάριτος Αὐτοῦ» (Γαλ.α, 15).

[8] «…ἀναλόγως δέ τῆς τοῦ σώματος κατασκευῆς τε καί τελειώσεως καί τάς τῆς ψυχῆς ἐνεργείας τῷ ὑποκειμένω συναύξεσθαι», Γρηγορίου Νύσσης, «Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου», Ε.Π.Ε. 5, 208.

[9] Ν. Χατζηνικολάου, Ελεύθεροι από το Γονιδίωμα. Προσεγγίσεις Ορθόδοξης Βιοηθικής, (Αθήνα 2002), σελ. 179-193.