Πρόσωπο και Προσωπείο

Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνού

Η Ουνία και η Χριστιανική Ανατολή

Η Ουνία δεν είναι, ούτε μπορεί να νοηθεί, ως ένα «ενδιάμεσο σώμα» μεταξύ Ορθοδοξίας και Παπισμού. Είναι ένα κομμάτι του Παπισμού, αποτελούμενο από γεωγραφικά και μόνο «ανατολικούς» Χριστιανούς, πλήρως ενσωματωμένους στη Λατινική Εκκλησία. Πολύ ορθά χρησιμοποιείται και γι’ αυτούς, όπως για τους Προτεστάντες, ο χαρακτηρισμός «η κατ’ ανατολάς Δύσις». Το μόνο κοινό με την Ορθοδοξία είναι ο «ρυθμός» τους, μολονότι είναι τόσο εκτός κλίματος, ώστε και μόνο από την τέλεση της ευχαριστίας διαπιστώνει κανείς πόσο ξένη είναι γι’ αυτούς η Ορθόδοξη λειτουργική πρακτική. Οι Ουνίτες, ως μη γνήσιοι, μιμούνται τους Ορθοδόξους. Η Ουνία παραμένει πάντοτε, κατά την πατριαρχική Εγκύκλιο του 1838, «μέθοδος απόκρυφος και όργανον καταχθόνιον, δι’ ου παρασύρουσι τους ευήθεις και ευαπατήτους προς Παπισμόν». Ουνία και Παπισμός ταυτίζονται. Οι Ουνίτες, μάλιστα, στηρίζουν τον παπικό θεσμό με φανατισμό μεγαλύτερο απ’ ό,τι οι Ρωμαιοκαθολικοί. Ανάμεσα στους τελευταίους υπάρχουν και κάποιοι, που κατορθώνουν να αποδεσμευθούν από τον «παπικό μυστικισμό», που έντεχνα καλλιεργείται, ιδιαίτερα στα κατώτερα λαϊκά στρώματα, και ασκούν μία, υποτυπώδη έστω, κριτική στον Πάπα (βλέπε π. χ. Λατινική Αμερική). Οι Ουνίτες όμως από τον παπικό θεσμό εξαρτούν την ύπαρξή τους και γι’ αυτό αποβαίνουν οι σκληρότεροι υποστηρικτές του Πάπα. Γι’ αυτό, ενώ σε παλαιότερες εποχές η Ρώμη ευχάριστα δεχόταν, ή και βοηθούσε, την αφομοίωση των Ουνιτών, σήμερα αποτρέπει την αφομοίωσή τους και ευνοεί τη διατήρησή τους. Διότι χρησιμοποιεί την αφοσίωσή τους, για να αποκαθιστά το κλονιζόμενο κύρος του Πάπα στη Δύση. Οι Ουνίτες σήμερα αναγκάζονται να κρατούν τα θρησκευτικά έθιμα της χώρας τους, οι Έλληνες της Ελλάδος, οι Σύροι της Συρίας κ.ο.κ, με το πρόσχημα της «καθολικότητος της Εκκλησίας», δηλαδή του Παπισμού, που εμφανίζεται έτσι ως παγκόσμια «δύναμη».

 

Η αποκοπή των Ουνιτών ολοσχερώς από το σώμα των Ορθοδόξων ήταν κοινή συνείδηση για τους Ορθοδόξους πιστούς σε παλαιότερες εποχές, όταν τα πνευματικά αντανακλαστικά ακόμη λειτουργούσαν κανονικότερα. Γι’ αυτό όχι μόνο τους Λατίνους, αλλά και τους Ουνίτες, δεν τους ονόμαζαν ο λαός και λόγιοι θεολόγοι, ως τον 19ο αιώνα, Ρωμαιοκαθολικούς, αλλά παπικούς ή παπιστές και Κατόλικους, ως μετάφραση του ιταλικού Catolico. Ο Ορθόδοξος λαός είχε συνείδηση του περιεχομένου του όρου «Ρωμαίος» και «Καθολικός», που και τα δύο σημαίνουν «Ορθόδοξος». Ως προς την ουσία τους δε, ο άγιος Μάρκος ο ευγενικός (+ 1444) τους αποκαλούσε «Γραικολατίνους» και «μιξόθηρας ανθρώπους». Η επέκταση του οικουμενισμού επέφερε σύγχυση και στη χρησιμοποιουμένη ορολογία, ώστε να είναι ανάγκη σήμερα να ξεκαθαρισθούν και πάλι τα πράγματα.

 

Η Ουνία εντάχθηκε την κατάλληλη ιστορική στιγμή στην υπηρεσία των πολιτικών σχεδίων του παπικού κράτους (ως το 1929) και μετά του Βατικανού (ως коλοβωμένου γεωγραφικά παπικού κράτους), αλλά και των εξαρτωμένων από τη Ρώμη ή συνεργαζομένων μαζί της ρωμαιοκαθολικών Ηγετών και Κυβερνήσεων. Γι’ αυτό η παρουσία και ο ρόλος της δεν είναι ποτέ αμιγώς θρησκευτικός, αλλά θρησκευτικοπολιτικός. Και όταν ακόμη δεν αναμειγνύονται φανερά σε πολιτικές ίντριγκες οι Ουνίτες, και μόνο η ύπαρξή τους διευκολύνει τα επεκτατικά πολιτικά σχέδια του Παπισμού και τών συμμάχων του. Έτσι, ο χαρακτηρισμός «πολιορκητική μηχανή» για την Ουνία δεν είναι καθόλου έξω από τα πράγματα.

 

Από την πρώτη στιγμή της εφαρμογής της ιδέας της Ουνίας και της συγκροτήσεως ουνιτικών κοινοτήτων η κίνηση αυτή ανατέθηκε στην εποπτεία και καθοδήγηση του τάγματος τών Ιησουιτών, των συνεπεστέρων θεραπόντων της παπικής εξουσίας – αν επιτρέπεται ο όρος-, τών «καταδρομέων» του Παπισμού. Το Ιησουϊτικό Τάγμα ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1540 και σ’ αυτό περιήλθε η «Sacra Congregatio de propaganda fidei» (1622), στην οποία εντάχθηκε η Ουνία. Ως παράρτημα τής παραπάνω «Congregatio» ιδρύθηκε η «Congregatio pro Ecclesia Orientale», που από το 1917 έγινε αυτοτελής οργανισμός, για την προώθηση της παπικής προπαγάνδας στο χώρο της ανατολής. Σ’ αυτήν τελικά υποτάχθηκε η Ουνία έκτοτε και σ’ αυτή τη σχέση παραμένει ως σήμερα. Η εξάρτηση της Ουνίας από το Ιησουϊτικό Τάγμα την κατέστησε «δίχτυ» του Ιησουίτισμού για την προώθηση των συμφέροντων της Ρώμης. Καλλίνικο θύμα του Ιησουιτισμού και της Ουνίας υπήρξε ο μαρτυρικός οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος Α׳ ο Λούκαρις (+ 1638), διότι αντιτάχθηκε στα σχέδια και των δύο. Και φυσικά δεν ήταν το μόνο θύμα τους στην Ελληνική ανατολή.

 

Ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ ίδρυσε το 1577 στη Ρώμη το Ελληνικό Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου, θεολογική Σχολή για την κατάρτιση των στελεχών της Ουνίας, που θα ανελάμβαναν δραστηριότητα στις Ελληνόφωνες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και των ενετοκρατούμενων περιοχών. Οι απόφοιτοι του Κολλεγίου αυτού υπέγραφαν κατά την αποφοίτησή τους Βούλα υποταγής στον Πάπα και απέβαιναν φανατικοί υποστηρικτές και κήρυκες της υποταγής των Ορθοδόξων στη Ρώμη. Η δράση τους υπήρξε καταλυτική για την Ορθοδοξία. Χρησιμοποιώντας μάλιστα πρώτοι αυτοί την καθομιλουμένη γλώσσα στα έντυπά τους, αποκτούσαν μεγάλες δυνατότητες προσβάσεως στον απλό λαό. Γι’ αυτό και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, πιστό στον εθναρχικό του ρόλο, υΐοθέτησε αμέσως το ίδιο μέτρο, για να πληροφορεί το πλήρωμά του.

 

Δεν περιορίσθηκε όμως στα πνευματικά μέσα η δράση της Ουνίας. Όπου η τοπική κρατική εξουσία ήταν φιλοπαπική, χρησιμοποιήθηκε και η ωμή βία για την υποταγή των Ορθοδόξων. Αυτό συνέβη στην Поλωνία στα τέλη του 16ου αιώνα. Ο βασιλιάς της Πολωνίας Σιγισμούνδος Γ΄ (1632 1587), έγινε όργανο των Ιησουιτών Ποσσεβίν και Σκάργκα και των Ουνιτών. Παπικός ο ίδιος προέκρινε την φιλία του Πάπα, για την προώθηση των πολιτικών σχέσεών του με την Ευρώπη. Ο Σιγισμούνδος επέβαλε την Ουνία στους Ορθοδόξους της Πολωνίας, όπως και σ’ εκείνους της Λιθουανίας και Ουκρανίας, με βίαιο τρόπο, ύστερα από την ουνιτική σύνοδο του Βρεστλιτόβσκ (1596). Κάθε αντίδραση αντιμετωπίσθηκε με τη βία από τους Λατίνους και τους Ουνίτες Κληρικούς και σημειώθηκε σωρεία εγκλημάτων. Στη παραπάνω σύνοδο όλοι σχεδόν οι επίσκοποί υπέγραψαν την ένωση και εκατομμύρια Ορθόδοξοι έγιναν αναγκαστικά Ουνίτες. Οι εναπομείναντες Ορθόδοξοι υπέστησαν πρωτοφανείς διωγμούς. Παράλληλα η Ουνία επεκτάθηκε στη Ρουθήνια (Καρπαθορρωσία) τον 170 αι. (1646), στη Σλοβακία (1649), στην Τρανσυλβανία (1698/99), και γενικά, όπου υπήρχε Ορθόδοξο πλήρωμα (Σερβία, Αλβανία, Βουλγαρία, Γεωργία, Οικουμενικό Πατριαρχείο, Ελλάδα). Η πολεμική σύγκρουση Πολωνίας Ρωσίας τον 170 αι. έλαβε τον χαρακτήρα καθαρά θρησκευτικής αντιπαραθέσεως, διότι στόχος του Παπισμού Ουνιτισμού ήταν να κτυπηθεί ο «προστάτης» των Ορθοδόξων Τσάρος και να εμποδισθεί η επέκταση του Προτεσταντισμού.

 

Αλλά και στη Μέση ανατολή εισέδυσε ο Παπισμός δια της Ουνίας, εκμεταλλευόμενος τις κατά καιρούς τοπικές διαμάχες εκκλησιαστικών μερίδων, την αμάθεια του τοπικού Κλήρου, τις περιπέτειες του λαού και τα δημιουργούμενα κενά. Μέσω της Ουνίας προσφερόταν «προστασία» των ισχυρών της Ευρώπης, όπως ακόμη άρτια ποιμαντική, εκπαιδευτική και οικονομική οργάνωση. Στις χώρες μάλιστα, με τις οποίες κατά τις τελευταίες δεκαετίες το Βατικανό συνάπτει διπλωματικές σχέσεις ή κογκορδάτα, αυτόματα αναβαθμίζεται και ισχυροποιείται η θέση της Ουνίας και διευκολύνεται η δράση της. Ως μέσο δε εξαπλώσεως ή ενισχύσεώς της χρησιμοποιεί και η Ουνία, όπως όλες οι αιρέσεις και προπαγάνδες, την «φιλανθρωπία», διότι είναι ο ευκολότερος τρόπος εξαπατήσεως, και όχι μόνο των απλουστέρων.

 

Η Ουνία στους τέσσερις τελευταίους αιώνες δραστηριοποιήθηκε και στις «αντιχαλκηδόνιες» Εκκλησίες της ανατολής (Αιθιοπική, Αρμενική, Κοπτική, Μαλαμπαρινή, Συροϊακωβιτική). Ακόμη εισέδυσε στην Ασσυριακή Νεστοριανική Εκκλησία, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η Χαλδαιοκαθολική Εκκλησία της Μέσης Ανατολής, με πιστούς στο Ιράκ, τη Συρία, το Λίβανο, την Τουρκία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, τη Γαλλία και τις Η.Π.Α. Στη Συρία ιδρύθηκε το 1724 το Ουνιτικό Μελχιτοκαθολικό Πατριαρχείο μεταξύ των Μελχιτών, παλαιών δηλαδή Ορθοδόξων, πιστών στον βυζαντινό αυτοκράτορα (Μελχίτες από το μάλοκ = βασιλιάς). Η δικαιοδοσία του, πέρα από τη Μ. Ανατολή, εκτείνεται σήμερα και στην Ευρώπη, την Αμερική και την Αυστραλία.

Οι πρόσφατες ανακατατάξεις στο χώρο της ανατολικής Ευρώπης, και ιδιαίτερα στην τέως Σοβιετική Ένωση, έδωσαν την ευκαιρία στο Βατικανό να σπεύσει για την κάλυψη των δημιουργουμένων κενών μέσω της Ουνίας. Η κίνηση, μάλιστα, και προβολή της Ουνίας συνοδεύεται από την έντεχνα εξαπλουμένη παπική προπαγάνδα, ότι οι Ουνίτες υπήρξαν θύματα της κομμουνιστικής θηριωδίας και με την αντίστασή τους συνέβαλαν στην πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και είναι μεν γεγονός, ότι και οι Παπικοί ή Ουνίτες είχαν, όπως και οι Ορθόδοξοι και οι άλλοι Χριστιανοί, τα θύματά τους από το 1917 ως την Περεστρόικα. Αποσιωπάται όμως έντεχνα η συνεργασία Παπικών και Ουνιτών με τις ναζιστικές δυνάμεις και η προδοσία απέναντι στην πατρίδα τους κατά τον Β׳ Παγκόσμιο πόλεμο, που προκάλεσε τη μήνη του Στάλιν και τις εναντίον τους ενέργειές του. Οι Ορθόδοξοι επωμίσθηκαν το μεγάλο βάρος της υπερασπίσεως της Σοβιετικής ενώσεως από τις ορδές των Ναζιστών, τους όποιους, λόγω του κογκορδάτου του Πάπα Πίου ΙΑ΄ με τον Χίτλερ (1933), δέχονταν ως φίλους και συμμάχους οι Παπικοί και Ουνίτες της Σοβιετικής Ενώσεως και των άλλων ανατολικοευρωπαϊκών  χωρών.

 

Και είναι μεν γεγονός, ότι με τη σύνοδο του Λβόβ (Μάρτιος 1946) ο Στάλιν εκδικήθηκε τους Ουνίτες, αναγκάζοντάς τους στην Ουκρανία να ενωθούν με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας. Μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα και τον αιφνιδιασμό τής Περεστρόικα οιΟυνίτες της Ουκρανίας αναδύθηκαν και πάλι προκλητικά, καθοδηγούμενοι από το Βατικανό, και όχι μόνο προέβαλαν με έντονο τρόπο τις διεκδικήσεις τους, δημιουργώντας αφόρητες καταστάσεις στους Ορθοδόξους, αλλά με φανερή μνησικακία και εκδικητικότητα προέβησαν σε βιαιοπραγίες και βανδαλισμούς (με ανθρώπινα θύματα). Έτσι φάνηκε για μια ακόμη φορά το μίσος των Ουνιτών εναντίον των Ορθοδόξων και ο ξενοκίνητος ρόλος τους. Διότι, προφανώς, δεν πρόκειται για αυθόρμητες και απροϋπόθετες εκρήξεις, αλλά για εντολές του Βατικανού, που ενθάρρυνε τους Ουνίτες και ετόνωσε την προκλητικότητά τους, βιάζοντας έτσι τις πολιτικές εξελίξεις.

 

Κατά γενική ομολογία τα νήματα κινούν ο Πάπας και η Κούρια από τη Ρώμη. Το Βατικανό συνεχίζει, έτσι, την μακραίωνη πολιτική του έναντι της ανυπότακτης Ορθοδοξίας, επιλέγοντας και πάλι το θρασύτερο και αποτελεσματικότερο όπλο εναντίον τους, την φανατισμένη Ουνία. Είναι, εξ άλλου, σήμερα περισσότερο από φανερή η ανάμειξη του Βατικανού και στη βαλκανική κρίση (Κροατία, «Μακεδονία», Αλβανία) και η εφαρμογή και εδώ της ίδιας τακτικής. Το παπικό στοιχείο και η Ουνία αναλαμβάνουν τη διεκπεραίωση των εντολών του Πάπα, ο οποίος έχει έτοιμες ουνιτικές λύσεις για τις περιοχές αυτές, και μάλιστα για την ψευδώνυμη «Μακεδονία», ενεργώντας για μια ακόμη φορά ύπουλα και προδοτικά έναντι του Ελληνισμού, του οποίου τα δίκαια υπονομεύει. Έχει γίνει μάλιστα γνωστό, ότι ο Πάπας ενεργεί για την ουνιτοποίηση της Ιεραρχίας των Σκοπίων, έχοντας δώσει και την υπόσχεση αναδείξεως της «Εκκλησίας» των Σκοπίων σε Πατριαρχείο. Η σχεδιαζόμενη αυτή αναβάθμιση της«Εκκλησίας» των Σκοπίων θα είναι άμεση πρόκληση και επίθεση εναντίον της Εκκλησίας της Ελλάδος, της Βουλγαρίας και της Σερβίας, τα δε Σκόπια θα σπεύσουν να εκμεταλλευθούν το γεγονός για την διεκδίκηση των πολιτικών στόχων τους εις βάρος κυρίως της χώρας μας, την συρρίκνωση της οποίας ουσιαστικά επιδιώκουν. Έτσι ο Πάπας και το Βατικανό αποκαλύπτουν για μια ακόμη φορά τον διατηρούμενο ανθελληνισμό τους, που κατά καιρούς, δοθείσης της ευκαιρίας, εκδηλώνεται με ανερυθρίαστη προκλητικότητα. Οι «ενωτικοί» του Βυζαντίου και όλοι οι ομόψυχοί τους των νεωτέρων χρόνων διαψεύδονται για μια ακόμη φορά. Το Βατικανό δεν θέλει να γίνει ειλικρινής φίλος της Ελλάδος και της Ορθοδοξίας! Αυτό δείχνουν τα πράγματα.

πηγή