Επικοινωνία του Γέροντος Πορφυρίου με το λαό του Θεού (Α )

του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Εισήγηση στον Διορθόδοξο Μοναχικό Συνέδριο για τον Γέροντα Πορφύριο στην Ι.Μονή Χρυσοπηγής Χανίων Κρήτης, βλ. προηγούμενο τεύχος.

Κάθε φορά που σκέπτομαι τον μακάριο Γέροντα π. Πορφύριο, τον αισθάνομαι ως έναν αββά του Γεροντικού.

Όπως είναι γνωστόν, το «Γεροντικόν» είναι συλλογή λόγων των αββάδων – Γερόντων σε ανθρώπους απογοητευμένους τόσο από τον εαυτό τους όσο και από το πως εκφραζόταν και βιωνόταν η εκκλησιαστική ζωή στον κόσμο και αναζητούσαν τους αυθεντικούς εκφραστές της πνευματικής ζωής, για να μυηθούν στα μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών. Άνθρωποι διαφόρων κατηγοριών, αρχιερείς και αυτοκράτορες, μοναχοί και κοσμικοί, νέοι και ηλικιωμένοι, επιστήμονες και αγράμματοι, πλησίαζαν τους Γέροντες για να μυηθούν στην χριστιανική ζωή.

Διαβάζοντας κανείς το «Γεροντικόν», συναντά κυρίως δύο φράσεις.

Η πρώτη είναι: «Αββά, ειπέ ρήμα πως σωθώ». Άνθρωποι ποικίλων ηλικιών, επαγγελμάτων, και διανοητικής καταστάσεως, κατά μόνας η καθ’ ομάδες πλησίαζαν τους αββάδες και ζητούσαν να ακούσουν ένα «ρήμα», πως να σωθούν.

Το «ρήμα» είναι λόγος Θεού που δίδεται σε αγίους ανθρώπους και έχει μέσα του την ενέργειά Του, που τους δίδει μια συγκεκριμένη παραγγελία και τους αναγεννά πνευματικά. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Ευαγγελιστού Λουκά: «εγένετο ρήμα Θεού επί Ιωάννην τον Ζαχαρίου υιόν εν τη ερήμω και ήλθεν εις πάσαν την περίχωρον του Ιορδάνου κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εις άφεσιν αμαρτιών» (Λουκ. γ , 2). Ακόμη, ο ίδιος ο Χριστός είπε στους μαθητάς Του: «τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, πνεύμά εστι και ζωή εστιν» (Ιωαν. στ , 63). Έτσι αντιλαμβάνονταν οι Μαθητές τους λόγους του Χριστού, γι α?τό και ο Απόστολος Πέτρος είπε: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις•» (Ιω. στ , 68). Το ρήμα του Θεού είναι μια πνευματική γεύση που αισθάνεται ο άνθρωπος που αναγεννάται πνευματικά, γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος γράφει: «και καλόν γευσαμένους Θεού ρήμα δυνάμεις τε μέλλοντος αιώνος» (Εβρ. στ , 5).

Έτσι το «ρήμα», κατά το «Γεροντικόν», είναι μια φράση, μια λέξη, που είναι αποκάλυψη του Θεού η και απόφθεγμα που περικλείει την αγιοπνευματική πείρα του Γέροντος. Αυτό το «ρήμα» έχει δύο ιδιότητες. Η μία ότι είναι απόσταγμα μιας ολόκληρης ζωής του συγκεκριμένου Γέροντος. Ο αββάς αγωνίσθηκε σε όλη του την ζωή και κατέληξε σε μια πρόταση, που έχει μεγάλη ενέργεια, η ακόμη εκείνη την ώρα ο αββάς φωτίζεται από τον Θεό και προσφέρει τον αποκαλυπτικό λόγο σ’ αυτόν που του τον ζητά. Μερικοί αββάδες έγιναν γνωστοί με ένα «ρήμα» που έχει όμως μεγάλη ενέργεια. Η δεύτερη ιδιότητα είναι ότι αυτό το «ρήμα» προσφέρεται σε συγκεκριμένο άνθρωπο, που το έχει ανάγκη, και θα τον καθορίση σε ολόκληρη την ζωή του, αν το εφαρμόση. Και συνήθως, όπως το «ρήμα» είναι απόσταγμα μιας ολόκληρης ζωής, έτσι και η εφαρμογή αυτού του «ρήματος», δηλαδή το να περάση το «ρήμα» και να γίνη τροφή και αίμα στον άνθρωπο, απαιτεί αγώνα μιας ολόκληρης ζωής. Έτσι, πολλές φορές ο άνθρωπος χρειάζεται ένα «ρήμα» για να σωθή.

Η δεύτερη φράση που συναντά κανείς στο «Γεροντικόν» είναι: «είπε Γέρων». Οι Γέροντες που ομιλούν μπορεί να ανήκουν σε διάφορες ηλικίες, είναι νέοι και ηλικιωμένοι, αλλά πάντα είναι και λέγονται Γέροντες, αββάδες και αμμάδες. Λέγονται Γέροντες γιατί απέκτησαν την σοφία του Θεού, ύστερα από εμπειρική βιωματική κατάσταση, αλλά και ύστερα από την επικοινωνία με άλλους μοναχούς που είχαν την σοφία του Θεού. Έζησαν στην έρημο, εμπνεύσθηκαν από το «πνεύμα» της ερήμου, στην οποία όλα διδάσκουν – η σιωπή και ο λόγος, τα έμψυχα και τα άψυχα, οι άνθρωποι και τα ζώα, ο άνεμος και η ηρεμία – και στην συνέχεια ανεδείχθηκαν καθηγητές της ερήμου. Η έρημος μέσα από την οποία μιλούσαν, η κατά Θεόν σχόλη, ήταν η θεολογική τους σχολή. Χαρακτηριστικός είναι ο λόγος του αββά Ποιμένος, τον οποίο είπε έχοντας υπ’ όψη το χωρίο των Παροιμιών «α είδον οι οφθαλμοί σου, λέγε» (Παροιμ. κε’, 7): «εγώ δε λέγω υμίν, ότι εάν και ψηλαφήσητε ταις χερσίν υμών, μη μαρτυρήσητε». Οι αββάδες, για να ομιλήσουν δεν στηρίζονταν στις σωματικές αισθήσεις, και στην λογική τους, που συνήθως απατούν, αλλά στην πνευματική αίσθηση και την αποκάλυψη του Θεού.

Ο αββάς λέγεται Γέρων, γιατί όσα έλεγε δεν ήταν δική του πείρα, που την απέκτησε σε ένα μικρό χρονικό διάστημα, αλλά ήταν αποκάλυψη του Θεού, εφάμιλλη του λόγου των Προφητών: «τάδε λέγει Κύριος». Επίσης, αυτό το «ρήμα» ήταν εμπειρία που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά, από Πνευματικούς Πατέρας στα πνευματικά τους παιδιά. Γιατί, όπως η βιολογική ζωή, μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, μέσα από την αγάπη, έτσι συμβαίνει και με την μετάδοση της πνευματικής ζωής. Οπότε, ο συγκεκριμένος αββάς, παρά την ενδεχόμενη νεαρά ηλικία του, ήταν Γέρων, αφού δεν διέκοπτε την διαχρονική παράδοση που απέκτησε. Ο λόγος του είχε μια συνέχεια, ήταν φορτισμένος με μια διαχρονική πείρα, την οποία, δεν αντικαθιστούσε με δικούς του στοχασμούς και προσωπικές του σκέψεις.

Τα όσα έλεγαν οι αββάδες ανήκαν σε διάφορες κατηγορίες, ήτοι ανέκδοτο – διήγηση, λόγιο, παραβολή, συμβολικό υπόδειγμα, διήγηση θαυματουργίας, οράματα. Χρησιμοποιούσαν κάθε φορά μια διαφορετική μορφή επικοινωνίας με τους ανθρώπους, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός και την πνευματική τους ωφέλεια.

Ελέχθησαν αυτά, για να καταλήξω στο ότι η επικοινωνία του Γέροντος Πορφυρίου με τον κόσμο, τον λαό του Θεού, εκινείτο μέσα στην προοπτική των αββάδων του Γεροντικού. Έζησε και ζούσε μέσα στην ατμόσφαιρα και το «πνεύμα» της ερήμου. Ακόμη και όταν διακονούσε στην Πολυκλινική Αθηνών και κυκλοφορούσε στην Πλατεία Ομόνοιας, ανέπνεε από την ατμόσφαιρα της ερήμου, ζούσε και την ήρεμη φύση της ερήμου, η οποία, κατά τον δικό του λόγο, είναι «το μυστικό Ευαγγέλιο». Υπήρξε καθηγητής της ερήμου, και έλεγε «ρήματα» σε ανθρώπους που τον πλησίαζαν για να σωθούν. Δηλαδή, οι άνθρωποι τον ρωτούσαν: «αββά Πορφύριε, ειπέ ρήμα πως σωθώ». Και εκείνος τα όσα έλεγε ήταν έκφραση του: «είπε Γέρων».

1. Η επικοινωνία μου με τον π. Πορφύριο

Δεν είχα μεγάλη επικοινωνία με τον π. Πορφύριο, όπως είχαν πολλοί άλλοι Κληρικοί και λαϊκοί. Συναντηθήκαμε μερικές φορές, και αυτό έγινε με δική του πρωτοβουλία, αφού εκείνος μου τηλεφωνούσε. Δεν είχα την ευλογία να τον επισκεφθώ στον τόπο της ασκήσεως και διαμονής του κατά τα τελευταία χρόνια του, αλλά λίγες φορές που συναντηθήκαμε και συνομιλήσαμε ήταν πολύ χαρακτηριστικές για την ζωή μου. Αυτό δείχνει και τον τρόπο της ποιμαντικής που ασκούσε. Ένας μικρός λόγος του ήταν «ρήμα» Θεού.

Την πρώτη φορά τον συνάντησα στην Ιερά Μονή της Πεντέλης, στα διαλείμματα ενός Συνεδρίου Ιεροκηρύκων στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Συζητούσε με διαφόρους θεολόγους για την σχέση μεταξύ της ψυχολογίας και της πνευματικής ζωής. Εκεί παρευρισκόταν και ένας νεαρός θεολόγος που είχε σπουδάσει ψυχολογία και ομιλούσε θετικά γι’ αυτήν. Ο Γέροντας Πορφύριος με μειλιχιότητα και ευγένεια ανέλυε ότι άλλο είναι η ανθρωπολογία της ψυχολογίας και άλλο η ανθρωπολογία της ορθοδόξου θεολογίας, καθώς επίσης άλλο είναι η ψυχολογία – ψυχανάλυση και άλλο η νευρολογία. Για την ψυχολογία είχε σοβαρούς ενδοιασμούς ως προς την ορθόδοξη θεολογία, ενώ για την νευρολογία έλεγε ότι είναι επιστήμη που μπορούμε να την αποδεχθούμε για τις ασθένειες του ανθρωπίνου σώματος. Αυτό ήταν καθοριστικό για την ζωή μου, όπως φάνηκε αργότερα στα κείμενα που έγραψα για το θέμα αυτό. Τότε δεν συνομίλησα καθόλου μαζί του, αλλά τον άκουγα να συζητά με άλλους, εντυπωσιάσθηκα από τις απόψεις του και τον τρόπο που τις εξέφραζε και αποδέχθηκα πλήρως τον λόγο του.

Την δεύτερη φορά που είχα επικοινωνία μαζί του έγινε με δική του πρωτοβουλία, όταν ο ίδιος μου τηλεφώνησε για να με ρωτήση για την Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας. Μετά την πρώτη μου επίσκεψη στην Ιερά Μονή, έγραψα τις εντυπώσεις μου για τον Γέροντα Σωφρόνιο και την Ιερά Μονή και εκείνος, όταν διάβασε το κείμενο, ενθουσιάσθηκε. Ζήτησε, λοιπόν, να του δώσω περισσότερες πληροφορίες από τον τρόπο της επικοινωνίας του Γέροντα Σωφρονίου και των Πατέρων με τους ανθρώπους, γιατί και ο ίδιος ήθελε να εφαρμόση το ίδιο στην Ιερά Μονή που σχεδίαζε να λειτουργήση. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί δείχνει το τι πρότυπο επικοινωνίας ήθελε να αναπτύξη με τους ανθρώπους και πως ήθελε να λειτουργήση η Ιερά Μονή του. Ο ίδιος αφηγήθηκε για την επιθυμία του αυτή:

«Όνειρό μου παλιό, όπως σας έχω πει, ήταν να φτιάξω ένα μοναστήρι. Να είναι πνευματικό εργαστήριο, όπου θ’ αγιάζονται και θα καλλιεργούνται ψυχές και θα δοξάζουν αδιαλείπτως τ’ όνομα του Θεού. Θα ήθελα να είναι το κέντρο που θα καταφεύγουν πονεμένοι και ταλαιπωρημένοι άνθρωποι και θα βρίσκουν παρηγοριά κι ενίσχυση και θεραπεία».

Την τρίτη φορά που επικοινωνήσαμε ήταν όταν πάλι ο ίδιος μου τηλεφώνησε, μετά την έκδοση του βιβλίου «Μια βραδυά στην έρημο του Αγίου Όρους», για να με ρωτήση αν είχαμε ποτέ συζητήσει για την νοερά προσευχή, γιατί μερικοί που διάβασαν το βιβλίο αυτό αισθάνθηκαν ότι αυτός είναι ο Γέροντας με τον οποίο συζήτησα. Και χαρακτηριστικά μου είπε: «Κουβεντιάσαμε ποτέ, π. Ιερόθεε, για τα θέματα αυτά; Διότι όσοι διάβασαν το βιβλίο σου, μου είπαν ότι ομοιάζουν με αυτά που τους διδάσκω». Και αυτό το περιστατικό δείχνει ότι ήταν ένας αληθινός διδάσκαλος του ησυχασμού. Όταν του είπα ότι δεν συζητήσαμε ποτέ ούτε συναντηθήκαμε, εκτός από την περίπτωση εκείνη που βρεθήκαμε στην Ιερά Μονή Πεντέλης που τον άκουγα να συνομιλή με άλλους, μου είπε ότι εκείνος με γνώριζε. Και στην συνέχεια μου απεκάλυψε ότι με συνάντησε για πρώτη φορά, πριν είκοσι χρόνια, όταν εγώ νεαρός φοιτητής επισκεπτόμουν το Άγιον Όρος και έτυχε στο καραβάκι που μας μετέφερε από την Δάφνη προς την έρημο του Αγίου Όρους, να κάθομαι δίπλα του, χωρίς να συζητήσουμε καθόλου. Μου είπε χαρακτηριστικά: «τότε είδα την ψυχή σου». Από συστολή δεν τον ρώτησα πως και τι είδε. Αργότερα, διάβασα σε βιβλίο που περιείχε τους λόγους του, ότι ο ίδιος αφηγείτο το ότι έβλεπε την ψυχή των ανθρώπων τους οποίους εξομολογούσε. «Την ώρα που εκείνος έλεγε πολλά κι όχι μόνο προσωπικά του, εγώ ‘’έβλεπα’’ τι ψυχή είναι αυτή. Απ’ όλη του τη στάση καταλάβαινα την κατάστασή του και στο τέλος του έλεγα κάτι, για να τον ωφελήσω».

Την τέταρτη φορά που επικοινωνήσαμε ήταν πάλι με δική του πρωτοβουλία, γιατί ήθελε να μου συστήση μια Γαλλίδα που ήθελε να γίνη μοναχή και μάλιστα αγαπούσε τον ησυχασμό. Μου έπλεξε το εγκώμιο της εσωτερικής της ζωής. Και πράγματι σήμερα είναι ησυχάστρια στο Όρος Σινά με μεγάλη άσκηση.

Δυστυχώς, δεν ανταποκρίθηκα σε μια άλλη πρόσκλησή του να τον επισκεφθώ στο Μήλεσι, που βρισκόταν εκείνον τον καιρό, όταν είχα προβλήματα στην Έδεσσα και ετοιμαζόμουν να αναχωρήσω από εκεί. Κάποιος γνωστός μου πήγε στον Γέροντα Πορφύριο να τον παρακαλέση να προσευχηθή για μένα ώστε να μην φύγω από την Έδεσσα. Εκείνος του είπε: «Να πης στον π. Ιερόθεο να έλθη να του πω κάτι, που δεν μπορώ να πω σε σένα να το μεταφέρης». Δυστυχώς, οι μετέπειτα μετακινήσεις μου δεν μου επέτρεψαν να τον επισκεφθώ και να μάθω αυτό το «κάτι».

Τα περιστατικά αυτά δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούσε ο Γέροντας Πορφύριος με τους ανθρώπους, και ότι τελικά τις λίγες αυτές φορές ο Γέροντας μου μετάγγισε «ρήματα ζωής», χωρίς βία και εξαναγκασμό, χωρίς ανελευθερία, αλλά με απλότητα, απαλότητα και ευαισθησία.

2. Θεολογία και ποιμαντική

Μία από τις απαιτήσεις της εποχής μας είναι να συνδέεται η θεολογία με την ποιμαντική, γιατί μια θεολογία χωρίς ποιμαντική είναι σχολαστικισμός και μια ποιμαντική χωρίς θεολογία είναι ένας ηθικισμός και μια εκκοσμικευμένη αντίληψη.

Φυσικά, όταν κάνω λόγο για θεολογία, δεν εννοώ τις εγκεφαλικές γνώσεις γύρω από τον Θεό και γύρω από την ιστορία της Εκκλησίας, αλλά την γνώση του Θεού και της ακτίστου Εκκλησίας, όπως θα έλεγε και ο μακάριος Γέρων Πορφύριος. Θεολογία είναι να διακρίνη – δοκιμάζη κανείς «τα πνεύματα ει εκ του Θεού εστιν» (Α Ιω. δ, 1). Η διάκριση των κτιστών από τα άκτιστα, των ενεργειών της θείας Χάριτος από τις ενέργειες των δαιμόνων και των παθών είναι αυτό που χαρακτηρίζει την θεολογική γνώση. Χωρίς το Άγιον Πνεύμα δεν μπορεί κανείς να διακρίνη τους λογισμούς και τα πάθη, πότε ενεργούν παρά φύσιν, κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. Όποιος τρέφεται με το γάλα είναι νήπιος πνευματικά και είναι «άπειρος λόγου δικαιοσύνης». Όσοι, όμως, είναι ώριμοι πνευματικά και τρώγουν την στερεά τροφή του Πνεύματος έχουν ασκήσει τα πνευματικά τους αισθητήρια όργανα «προς διάκρισιν καλού τε και κακού» (Εβρ. ε , 13-14). Και όταν κανείς έχει αυτό το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων, τότε ασκεί σωστή και απλανή ποιμαντική διακονία στον λαό.

Επίσης, με τον όρο ποιμαντική δεν εννοείται απλώς η διοίκηση, ούτε απλώς το κήρυγμα και οι συμβουλές, αλλά το να βλέπη κανείς την ψυχή του άλλου και να διακρίνη τις πνευματικές ασθένειες, να απαλλάσση τον άνθρωπο από την πλάνη και να τον οδηγή απλανώς στην κατά Θεόν πορεία. Οπότε, η ποιμαντική συνδέεται με την θεραπευτική αγωγή, όπως την συναντούμε στους αββάδες του Γεροντικού, στα κείμενα των Φιλοκαλικών Πατέρων, αλλά και τις ομιλίες των Πατέρων της Εκκλησίας. Επίσης, αυτό το συναντούμε στις επιστολές των Αποστόλων, που περιλαμβάνονται στην Καινή Διαθήκη. Όταν διαβάση κανείς προσεκτικά τις αποστολικές αυτές επιστολές, μπορεί να δη τι ακριβώς είναι ποιμαντική, και ότι αυτή η ορθόδοξη ποιμαντική δεν έχει καμμιά σχέση με την ποιμαντική που ασκούν μερικοί Κληρικοί στην εποχή μας.

Μια τέτοια ποιμαντική εξασκούσε ο Χριστός, όπως φαίνεται σε πολλά παραδείγματα που είναι καταγεγραμμένα στα Ευαγγέλια. Ένα από αυτά είναι η πορεία των δύο μαθητών προς Εμμαούς.

Οι δύο μαθητές, Λουκάς και Κλεόπας, πορεύονταν προς Εμμαούς και συζητούσαν σκυθρωποί για όσα είχαν γίνει στα Ιεροσόλυμα. Ο Χριστός τους πλησίασε και συμπορευόταν μαζί τους, αλλά ταυτόχρονα τους σεβόταν, γιατί οι οφθαλμοί τους κρατούνταν κλειστοί για να μη Τον αναγνωρίσουν. Τότε τους ρώτησε για το ποιά ήταν η αιτία της στενοχωρίας τους, που τους δημιουργούσε σκυθρωπότητα και στην συνέχεια, όταν οι μαθητές του ανέφεραν τα γεγονότα της σταυρώσεως του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, εκείνος άρχισε να τους υπενθυμίζει τους λόγους των Προφητών ότι όλα αυτά έπρεπε να συμβούν. Η καρδιά των μαθητών, κατά την διάρκεια της συνομιλίας, ήταν «καιομένη», γιατί η θεία ενέργεια την είχε αγγίξει. Πλησίον της κώμης ο Χριστός προφασίσθηκε ότι ήθελε να πάη μακρύτερα.

Εκείνοι τον πίεσαν να μείνη στο σπίτι τους. Κατά την διάρκεια της ευλογήσεως και κλάσεως του άρτου και της διανομής του, άνοιξαν τα μάτια τους «και επέγνωσαν αυτόν». Αλλά και τότε που τον γνώρισαν «αυτός άφαντος εγένετο απ’ αυτών» (Λουκ. κδ , 13—32).

Στο περιστατικό αυτό φαίνεται ότι ο Χριστός πλησιάζει τον άνθρωπο με πολύ ευαισθησία, τρυφερότητα, τον ερωτά διακριτικά για το πρόβλημά του, στην συνέχεια του αποστέλλει ανεπαίσθητα και μυστικά την Χάρη Του που του θερμαίνει την καρδιά. Τότε ο καιόμενος από την θεία Χάρη άνθρωπος προσφέρει την ελευθερία του στον Χριστό, τον τρυφερό αυτόν επισκέπτη, τον δέχεται στον οίκο του, έστω κι αν εκείνος με ευγένεια προσποιείται ότι θέλει να μη τον ενοχλήση. Και όταν η καρδιά θερμαίνεται – καίγεται και στην συνέχεια φωτίζεται, τότε αναγνωρίζει τον Χριστό και μάλιστα κατά την κλάση του άρτου, το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Οπότε Αυτός διακριτικά φεύγει και αφήνει έντονη την παρουσία Του, προκαλώντας ακόρεστη δίψα. Έτσι, αυτή η εν σώματι απουσία του Χριστού, είναι εν Χάριτι παρουσία Του και ακένωτη τροφή για τον άνθρωπο.

Αυτό το περιστατικό έζησαν πολλοί από την επικοινωνία τους με τον Γέροντα Πορφύριο. Καθώς ήταν απελπισμένοι και περίλυποι, τους πλησίαζε με διαφόρους τρόπους, διακριτικά, τρυφερά, τους άγγιζε με την αγάπη του, τους θέρμαινε την καρδιά, τους φώτιζε τον νου, τους θεράπευε την αρρώστια τους, τους οδηγούσε στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και στην άκτιστη Εκκλησία και εκείνος τους άφηνε διακριτικά, με ακόρεστη δίψα για τον Θεό.

Το πλησίασμα αυτό γινόταν με τον λόγο και την σιωπή, με την διδαχή και την προσευχή, με το ψάλσιμο και τους αλαλήτους στεναγμούς, με τα τηλέφωνα και τις επισκέψεις, με τις θεραπείες και τα θαύματα κλπ. Όταν διαβάση κανείς το βίβλιο «Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, βίος και λόγοι», καθώς και άλλα βιβλία στα οποία είναι κατατεθειμένες οι αναμνήσεις των ευεργετηθέντων από τον Γέροντα, τότε διακρίνει τον σύνδεσμο μεταξύ της θεολογίας και της ποιμαντικής στην ύπαρξη του ευλογημένου αυτού Γέροντος, εφάμιλλου με τους Γέροντες των πρώτων αιώνων. Πολλοί αισθάνθηκαν τον Γέροντα πλησίον τους, στην προσωπική τους πορεία προς Εμμαούς, με όλα τα χαρακτηριστικά σημεία που περιγράφονται στο περιστατικό αυτό που αναφέραμε.

Επικοινωνία του Γέροντος Πορφυρίου με τον λαό του Θεού (Β )

 (συνέχεια από το προηγούμενο)

 3. Επικοινωνια με τον λαό του Θεού

Ο Γέροντας Πορφύριος είχε αναγεννηθή πνευματικά, κατά την περιγραφή του Χριστού στον Νικόδημο (Ιω. γ , 1-21) και προσήλκυε κοντά του πολλούς ανθρώπους ποικίλων ενδιαφερόντων, που τον πλησίαζαν η από επιθυμία να μαθητεύσουν στην Βασιλεία του Θεού και να σωθούν η από ανάγκη σωματική και ψυχική η από περιέργεια να γνωρίσουν έναν άγιο. Ο Γέροντας Πορφύριος ανταποκρινόταν σε όλους αυτούς, άλλοτε με τον λόγο και άλλοτε με την σιωπή, άλλοτε με διδασκαλίες και άλλοτε με θαυματουργικές παρεμβάσεις. Πολλές φορές ανταποκρινόταν και σε ανθρώπους που τον αναζητούσαν, καίτοι βρίσκονταν πολλά χιλιόμετρα μακριά.

Εξεδόθησαν μερικά βιβλία που αναφέρονται στην επίδραση που ασκούσε ο Γέροντας Πορφύριος στον λαό, εξασκώντας μια πραγματική ιεραποστολή και αναπτύσσοντας μια ποιμαντική διακονία. Θα πρέπη να θυμήσω τα βιβλία:

–«Ανθολόγιο Συμβουλών. Ο Γέρων Πορφύριος εμπνέει, διδάσκει, παρηγορεί, συμβουλεύει» (εκδ. Ι. Ησυχ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος),

–«Κοντά στον Γέροντα Πορφύριο (ένα πνευματικοπαίδι του θυμάται)» Κωνσταντίνου Γιαννιτσιώτη (εκδ. Ι. Ησυχ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Αθήναι 1995),

–«Ο Γέρων Πορφύριος. Μαρτυρίες και εμπειρίες» Κλείτου Ιωαννίδη (εκδ. Ι. Ησυχ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος),

–«Ο Γέρων Πορφύριος• ο Πνευματικός Πατέρας και Παιδαγωγός» Γεωργίου Κρουσταλάκη (εκδ. Ιχνηλασία, 1997),

–«Η θεϊκή φλόγα που άναψε στην καρδιά μου ο Γέρων Πορφύριος» Αγαπίου Μοναχού (εκδ. Ι. Ησυχ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Αθήναι 1999),

–«Ο Πατήρ Πορφύριος ο Διορατικός, ο Προορατικός, ο Ιαματικός» Αναργύρου Καλλιάτσου (εκδ. Ι. Ησυχ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, Αθήναι 2000),

–«Αναμνήσεις από τον Γέροντα Πορφύριο, τον Διορατικό και Προορατικό πνευματικό μας πατέρα» Αναστ. Τζαβάρα (εκδ. Ι. Ησυχ. Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος)

–«Βίος και λόγοι, Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου» (εκδ. Ι.Μ. Χρυσοπηγής, Χανιά 2004). Στα βιβλία αυτά υπάρχουν πολλά περιστατικά, παρεμβάσεις και βοήθειες του Γέροντας Πορφυρίου στον λαό του Θεού.

Προσωπικά με εντυπωσίασε ένα μικρό κείμενο με τίτλο «Γέροντας Πορφύριος• δεκατέσσερα χρόνια κοντά του» (Περιοδικό Σύναξη), που γράφηκε από τον αείμνηστο ιατρό Γεώργιο Παπαζάχο και δείχνει ανάγλυφα τον τρόπο με τον οποίον βοηθούσε αποτελεσματικά ο Γέροντας Πορφύριος.

Επίσης το πιο σημαντικό βιβλίο είναι το «Βίος και λόγοι Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου», στο οποίο ρέει ο ίδιος ο λόγος του Γέροντα. Από αυτό θα ήθελα να εκθέσω μερικά περιστατικά από τις αφηγήσεις του ιδίου, γιατί διασώζουν τον χαρακτήρα της αυθεντικότητας.

Κατ’ αρχάς ο Γέροντας Πορφύριος είχε προσωπική πείρα της αγάπης και της υπάρξεως του Θεού, γι’ αυτό και ασκούσε μια θετική επίδραση σε αυτούς που τον πλησίαζαν. Έλεγε στους συνομιλητάς του: «Έτσι είναι που σας το λέω. Είναι σωστό, αλήθεια αυτό, πιστέψτε με». Και, φυσικά, τον πίστευαν όσοι τον άκουγαν, γιατί έβλεπαν έναν άνθρωπο που αγαπούσε τον Χριστό. Έλεγε: «Άμα αγαπάεις, ζεις στην Ομόνοια και δεν ξέρεις ότι βρίσκεσαι στην Ομόνοια. Ούτε αυτοκίνητα βλέπεις, ούτε κόσμο βλέπεις, ούτε τίποτε. Είσαι μέσα σου με το πρόσωπο που αγαπάεις. Το ζεις, το ευχαριστείσαι, σ’ εμπνέει». Είχε πολύ μεγάλη αγάπη στον Χριστό που τον ξεχείλιζε, γι’ αυτό έλεγε: «Έχω τρέλλα, μέθη, θεία μέθη. Δεν τα χορταίνω». Εννοούσε ότι δεν χορταίνει να ψάλλη τα τροπάρια του Τριαδικού Κανόνα. Ο ίδιος ήταν απλός στους τρόπους, λόγω του τρόπου αναστροφής του, γι’ αυτό αναφερόμενος στην αρχή της ποιμαντικής διακονίας, έλεγε: «Ήμουνα και πολύ απλός και χωρίς γνώση των εγκοσμίων και της κοινωνικής συμπεριφοράς. Δεν γνώριζα από τρόπους συμπεριφοράς, γιατί είχα μεγαλώσει στο βουνό». Αυτή, όμως, η απλότητα του χαρακτήρος του και της συμπεριφοράς του αυξήθηκε από την μεγάλη αγάπη προς τον Χριστό και τις πνευματικές του εμπειρίες. Μεθυσμένος από την αγάπη προς τον Χριστό έλεγε: «Διαρκώς ν’ ατενίζετε προς τα άνω, προς τον Χριστό, να εξοικειώνεστε με τον Χριστό, να εργάζεστε με τον Χριστό, να πονάτε με τον Χριστό, να χαίρεστε με τον Χριστό. Να είναι το παν για σας ο Χριστός. Η ψυχή σας να ζητάει, να φωνάζει τον Νυμφίο της: “Σε Νυμφίε μου, ποθώ…”. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος. Είναι ο Πατέρας, είναι το παν». Αυτό τον οδηγούσε και στο σημείο να προτρέπη να αισθανόμαστε τον Χριστό ως φίλο: «Σαν φίλο να Τον ατενίζουμε και να Τον πλησιάζουμε. Πέφτουμε; Αμαρτάνουμε; Με οικειότητα, αγάπη κι εμπιστοσύνη να τρέχουμε κοντά Του, όχι με φόβο ότι θα μας τιμωρήσει, αλλά με θάρρος, που θα μας το δίνει η αίσθηση του φίλου».

Με τέτοιες σωστές προϋποθέσεις διακονούσε τους ανθρώπους, όχι με θεωρίες κοινωνιολογικές και αναλύσεις ψυχολογικές. Με αυτήν την προοπτική εργάσθηκε μέσα σε χώρους πόνου, όπως η Πολυκλινική Αθηνών. Ο ίδιος αφηγείται: «Όποιος ερχόταν και μου έλεγε για έναν σωματικό πόνο, το έκανα θέμα προσευχής». Αλλά αυτό τον εξανάγκαζε να μαθαίνη και από επιστημονικής πλευράς την ασθένεια για να βοηθήση. Καθόταν ολόκληρες ώρες στον Ιερό Ναό της Πολυκλινικής η έξω από αυτόν, έτοιμος να συνδράμη σε κάθε βοήθεια. Μια φορά που πέρασα από εκεί, τον ενθυμούμαι αλλά τότε (1963) δεν τον γνώριζα και δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Διηγείται ο ίδιος: «Στην εκκλησία του Αγίου Γερασίμου, στην Πολυκλινική, ερχόντουσαν πολλοί προσκυνητές ν’ ανάψουν το κεράκι τους. Μερικοί έμεναν για εξομολόγηση, άλλοι έπαιρναν απλώς ευχή, ενώ άλλοι άναβαν το κερί τους, έκαναν το σταυρό τους κι έφευγαν. Ερχόντουσαν κάθε λογής άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες, μικροί, μεγάλοι, μορφωμένοι, απλοϊκοί κ.λ.π.». Ανταποκρινόταν στον καθένα, ανάλογα με τις ανάγκες του.

Επειδή η Πολυκλινική ήταν στην Ομόνοια, ζούσε όλη την ατμόσφαιρα της Ομόνοιας, αλλά μέσα από την ατμόσφαιρα της ερήμου του Αγίου Όρους. Διηγείται ο ίδιος: «Μες στο πλήθος, στον κόσμο και στο θόρυβο της Ομόνοιας εγώ ύψωνα τα χέρια μου στον Θεό και ζούσα μέσα μου όπως στην έρημο του Αγίου Όρους… Όλους τους αγαπούσα, για όλους πονούσα, όλα με συγκινούσαν».

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός που χωρίς να το αντιληφθή μπήκε σε οίκο ανοχής, όταν την εορτή των Θεοφανείων πήγαινε στα σπίτια για να τα αγιάση. Έδωσε στις κοπέλες να ασπασθούν τον Τίμιο Σταυρό, τις μίλησε πολύ ζεστά, ανθρώπινα και απλά και στο τέλος λέγει: «Κοιτάζανε απορημένες. Κάτι πήρε η ψυχούλα τους η ταλαιπωρημένη». Εδώ παρατηρούμε και την έκφραση του Γέροντα Πορφυρίου, που κάνει λόγο για «ταλαιπωρημένη» «ψυχούλα τους».

Αυτή η μεγάλη αγάπη που είχε σε κάθε άνθρωπο, ιδιαιτέρως πονεμένο, τον έκανε να λέγη με αφοπλιστικό τρόπο: «Η αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια, το ίδιο και η αγάπη προς τον πλησίον. Να εκτείνεται παντού, στα πέρατα της γης. Παντού, σ’ όλους τους ανθρώπους. Εγώ ήθελα να πάω να ζήσω μαζί με τους χίπηδες στα Μάταλα χωρίς, βέβαια, αμαρτίες, για να τους δείξω την αγάπη του Χριστού, πόσο είναι μεγάλη και πως μπορεί να τους αλλάξει, να τους μεταμορφώσει».

Η αγάπη του προς τους ανθρώπους εκφραζόταν με διαφόρους τρόπους. Ο Γέροντας Πορφύριος δεν είχε ένα διανοητικό, ιδεολογικό, ψυχολογικό, ακόμη και θρησκευτικό σύστημα ποιμαντικής εργασίας, αλλά όλα τα ρύθμιζε ο μεγάλος πυρηνικός αντιδραστήρας της καρδιάς του, δηλαδή η φλογισμένη καρδιά του από την αγάπη του Χριστού και προς τον Χριστό. Θα αναφέρω μερικά παραδείγματα, όπως ο ίδιος τα περιγράφει.

Είναι χαρακτηριστικό πως απάντησε σε ερώτηση μιας ξεναγού που εξηγούσε σε ένα γκρουπ το άγαλμα του Δία. Διηγείται ο Γέροντας Πορφύριος:

«Εγώ δεν ξέρω απ’ αυτά, είπα. Μόνο έτσι όπως το βλέπω, θαυμάζω το έργο του καλλιτέχνη αλλά και το πλάσμα του Θεού, που τόσο τέλεια το δημιούργησε. Και καταλαβαίνω ότι ο καλλιτέχνης που το έφτιαξε είχε μεγάλη αίσθηση του θείου. Βλέπετε τον Δία, ενώ ρίχνει τον κεραυνό στους ανθρώπους, το πρόσωπό του είναι γαλήνιο. Δεν είναι οργισμένος. Είναι απαθής. Πολύ ευχαριστήθηκε η ξεναγός με τη δική μου εξήγηση αλλά και όλο το γκρουπ. Τι μας λέει αυτό; Τι λέει; Ότι ο Θεός δεν έχει πάθος, κι όταν ακόμα τιμωρεί».

Ο ίδιος περιγράφει πως τέλεσε την ακολουθία του αγιασμού σε «μορφωμένους» ανθρώπους και τι διάκριση έδειχνε: «Τα έλεγα σα δεσπότης. Όταν τελείωσα τον αγιασμό, δεν πήγα να τους αγιάσω –πολλοί δεν το θέλουν αυτό–, αλλά βάστηξα τον Σταυρό στο χέρι και κοίταγα ποιός θα έλθει. Κι ήλθε πρώτος ο υπουργός και μετά οι άλλοι».

Σε ανθρώπους που τον πλησίαζαν δίδασκε, αφού προηγουμένως έψαλαν. «Με επισκέφθηκαν στο κελλί μου σήμερα μερικά πνευματικοπαίδια και ψάλαμε μαζί τρεις φορές το “Χριστός ανέστη”». Έπειτα τους ευχήθηκε κατάλληλα.

Χρησιμοποιούσε ωραίο τρόπο. Ο ίδιος διηγείται:

«Είχε έλθει ένας μια φορά και μου έλεγε τα παράπονά του για τη γυναίκα του. Του λέω, λοιπόν:

-Τόσο κουτός άνθρωπος είσαι;

-Κουταμάρες είναι αυτά που λέω;

-Μεγάλες κουταμάρες, λέω. Ετούτη εδώ, η γυναίκα σου, σ’ αγαπάει πολύ.

-Ναι, αλλά μου κάνει αυτά……

-Σου τα κάνει αυτά, για να σ’ αγιάσει, αλλά εσένα δεν κόβει το μυαλό σου. Εξοργίζεσαι και αντί ν’ αγιάζεις, κολάζεσαι.

Αν είχε, όμως, υπομονή και ταπείνωση, δεν θα έχανε τις ευκαιρίες του αγιασμού».

Διαβάζοντας τις αφηγήσεις του, θαύμασα πολύ τον ωραίο και έξυπνο τρόπο με τον οποίο δίδαξε και διόρθωσε έναν Επίσκοπο. Διηγείται ο Γέροντας:

«Είχε έλθει ένας δεσπότης πριν από καιρό να μιλήσουμε. Λέγαμε για την προσευχή. Του λέω:

-Τι θα πει να προσευχόμαστε “εν απλότητι καρδίας και αφελότητι”;

-Με απλότητα.

-Το καταλαβαίνεις αυτό, Σεβασμιώτατε;

-Το καταλαβαίνω.

-Ε, εγώ δεν το καταλαβαίνω, είναι μυστήριο. Αυτό γίνεται μόνο με την θεία χάρι.

-Α, ούτε εγώ το καταλαβαίνω, μου λέει. Σ’ ευχαριστώ που μου λέεις ότι μόνο με την θεία χάρι κατανοείται και κατορθούται η απλότητα και αφελότητα».

Αλλά είναι σημαντικό και πως απάντησε και δίδαξε έναν αγιορείτη μοναχό, που αναφερόμενος στην «καρδιακή προσευχή» είπε στον Γέροντα Πορφύριο ότι είχε πλάνη με τον τρόπο που προσευχόταν. Ο Γέροντας Πορφύριος δεν αντέδρασε, δεν διαμαρτυρήθηκε, δεν φώναξε, αλλά με βαθειά ταπείνωση απάντησε:

«Γέροντα, του λέω, άκου να σου πω. Εκεί όπου λέω την ευχή στο νου μου, καμιά φορά η χαρά μου δυναμώνει κι όταν δυναμώσει η χαρά μου λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ…», αισθάνομαι το νου μου να σκιρτάει μαζί με την καρδιά. Δηλαδή αισθάνομαι το νου μου να πέφτει στην καρδιά κι εκεί νιώθω όλη αυτή τη χαρά, λέγοντας την ευχή. Αρχίζω νοερά και μετά πηγαίνει μόνος του ο νους μου, όταν έλθει η χαρά».

Τελικά ο αγιορείτης είπε:

«Α, έτσι, αυτό είναι! μου λέει. Με συγχωρείς που είπα “πλάνη”».

Η χαριτωμένη διήγηση του ιδίου του Γέροντος Πορφυρίου για την σωτηρία της Έφης που πήγαινε να αυτοκτονήση δείχνει και έναν άλλον τρόπο επεμβάσεώς του.

Ευρισκόμενος ο Γέροντας Πορφύριος σε ένα τέτοιο ευλογημένο πνευματικό κλίμα συμβούλευε τους χιλιάδες ανθρώπους που προσέτρεχαν κοντά του ως ένας αββάς του «Γεροντικού» και τους βοηθούσε να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της ζωής τους, αλλά και τους οδηγούσε απλανώς στην πνευματική ζωή. Στις αφηγήσεις του μπορεί κανείς να βρη πολλά τέτοια παραδείγματα, για να φανή ο ορθόδοξος τρόπος καθοδηγήσεώς του προς τους Χριστιανούς. Θα σταχυολογήσω μερικά από αυτά.

Έλεγε: «Ν’ απευθυνόμαστε στον Θεό, με ύφος ταπεινού δούλου, με φωνή παρακλητική και ικετευτική. Τότε η προσευχή μας είναι ευάρεστη στον Θεό. Να στεκόμαστε με ευλάβεια ενώπιον του Εσταυρωμένου και να λέμε: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Αυτό τα λέει όλα».

Δίδασκε: «Δεν γίνεστε άγιοι κυνηγώντας το κακό. Αφήστε το κακό. Να κοιτάζετε προς τον Χριστό κι Αυτός θα σας σώσει. Αντί να στέκεστε έξω απ’ την πόρτα και να διώχνετε τον εχθρό, περιφρονήστε τον. Έρχεται από δω το κακό; Δοθείτε με τρόπο απαλό από κει. Δηλαδή έρχεται να σας προσβάλει το κακό, εσείς δώστε την εσωτερική σας δύναμη στο καλό, στον Χριστό. Παρακαλέστε: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Ξέρει Εκείνος πως να σας ελεήσει, με τι τρόπο. Κι όταν γεμίζετε απ’ το καλό, δεν στρέφεστε πια προς το κακό. Γίνεστε μόνοι σας, με την χάρι του Θεού, καλοί. Που να βρει τόπο τότε το κακό, εξαφανίζεται!».

Καθοδηγούσε: «Όλα να τα αντιμετωπίζετε με αγάπη, με καλοσύνη, με πραότητα, με υπομονή και με ταπείνωση. Να είστε βράχοι. Όλα να ξεσπάνε πάνω σας και σαν τα κύματα να γυρίζουν πίσω• εσείς να είστε ατάραχοι. Αλλά θα πείτε: «Ε, γίνεται αυτό;». Ναι, με την χάρι του Θεού, γίνεται πάντοτε. Αν τα παίρνουμε ανθρώπινα, δεν γίνεται. Αντί, όμως, να σας επηρεάζουν δυσμενώς, μπορούν όλα να σας κάνουνε καλό, να σας στερεώνουνε στην υπομονή, στην πίστη».

Συμβούλευε: «Να μην αγανακτούμε μ’ εκείνους που είναι βλάσφημοι, αντίθεοι, διώκτες κλπ. Η αγανάκτηση κάνει κακό. Τα λόγια τους, την κακία τους να μισήσουμε, τον άνθρωπο, όμως, που τα είπε να μην τον μισήσουμε, ούτε ν’ αγανακτήσουμε εναντίον του. Να προσευχηθούμε γι’ αυτόν. Ο χριστιανός έχει αγάπη και ευγένεια και φέρεται ανάλογα».

Συνιστούσε: «Η αγάπη πρέπει να είναι ακραιφνής και μόνο η αγάπη του Θεού είναι η ακραιφνής αγάπη. Στο πρόσωπο που μας κουράζει και μας δυσκολεύει η αγάπη πρέπει να προσφέρεται με απαλό τρόπο, χωρίς ο άλλος να καταλαβαίνει ότι κάνουμε προσπάθεια για να τον αγαπήσουμε. Και να μην πολυεκδηλωνόμαστε εξωτερικά, γιατί τότε τον κάνουμε ν’ αντιδρά. Η σιωπή σώζει απ’ όλα τα κακά. Εγκράτεια της γλώσσης-μέγα πράγμα! Κατά ένα μυστικό τρόπο, η σιωπή ακτινοβολεί στον πλησίον».

Δίδασκε στις μητέρες: «Το παιδί θέλει κοντά του ανθρώπους θερμής προσευχής. Όχι ν’ αρκείται η μητέρα στο αισθητό χάδι για το παιδί της, αλλά να προσφέρει συγχρόνως και το χάδι της προσευχής. Το παιδί αισθάνεται στο βάθος της ψυχής του το πνευματικό χάδι, που μυστικά στέλνει η μητέρα του, και έλκεται προς αυτήν. Νιώθει ασφάλεια, σιγουριά, όταν η μητέρα με τη συνεχή, την επίμονη και θερμή προσευχή της αγκαλιάζει το παιδί της μυστικά και το ελευθερώνει απ’ ο,τι το σφίγγει».

Καθοδηγούσε: «Σε καθετί που συμβαίνει, να ρίχνετε το βάρος στον εαυτό σας. Να προσεύχεσθε με ταπείνωση, να μην αυτοδικαιώνεστε. Βλέπετε, για παράδειγμα, αντιζηλία από απέναντι; Προσευχή εσείς με αγάπη, για να ρίξετε αγάπη στην αντιζηλία. Ακούτε συκοφαντία εναντίον σας; Προσευχηθείτε. Προσέχετε, γιατί “και θρους γογγυσμών ουκ αποκρύπτεται”. Ο παραμικρός γογγυσμός κατά του πλησίον επηρεάζει την ψυχή σας και δεν μπορείτε να προσευχηθείτε. Το Πνεύμα το Άγιον, όταν βρίσκει έτσι την ψυχή, δεν τολμάει να πλησιάσει».

Η καθοδήγησή του ήταν προσωπική, πνευματική, ορθόδοξη. Έλεγε:

«Χριστέ μου, είσαι η αγάπη μου!

Δεν σκέφτομαι τον θάνατο. Ο,τι θέλει ο Κύριος. Εγώ θέλω να σκέφτομαι τον Χριστό. Ανοίξτε και σεις τα χέρια σας και ριχτείτε στην αγκαλιά του Χριστού. Τότε ζει μέσα σας. Κι όλο νομίζετε ότι δεν Τον αγαπάτε πολύ και θέλετε πιο πολύ να Τον πλησιάσετε και να είστε ένα μαζί Του. Περιφρονήστε τα πάθη, μην ασχολείσθε με τον διάβολο. Στραφείτε στον Χριστό. Για να γίνουν αυτά, χρειάζεται να έλθει η χάρις».

Γνώριζε πνευματικά το πρόβλημα των ασθενών ανθρώπων, αλλά και τις αδυναμίες τους, γι’ αυτό με πολλή διάκριση έλεγε:

«Όσο παρακαλείς να φύγει η ασθένεια, τόσο αυτή κολλάει πάνω σου, σε αγκαλιάζει, σε σφίγγει και δεν χωρίζεται από κοντά σου. Αν, βέβαια, σαν άνθρωπος αισθανθείς εσωτερική δυσκολία και αδυναμία, τότε ας παρακαλέσεις ταπεινά τον Κύριο να σου αφαιρέσει την ασθένεια».

Ο Γέροντας Πορφύριος ήταν ένας αληθινός διάκονος Χριστού και έκανε μια εκκλησιαστική και θεολογική ποιμαντική. Έτσι ήθελε και τον ευλογημένο «χώρο» της Ιεράς Μονής. Η διακονία που θα εξασκόταν από το Μοναστήρι ήθελε να κινήται σε ορθόδοξα – εκκλησιαστικά πλαίσια. Αφηγείται πολύ χαρακτηριστικά:

«Για το μοναστήρι έχω ονειρευτεί μια παραδεισιακή κατάσταση. Να γίνονται ακολουθίες κι εξομολόγηση όλο το εικοσιτετράωρο. Να υπάρχουν πολλοί ιερείς κι εξομολόγοι, για να εναλλάσσονται, όπως στα νοσοκομεία που εφημερεύουν. Να μπορούν έτσι να καταφεύγουν οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας άνθρωποι τραυματισμένοι από διάφορες θλίψεις, σωματικές η ψυχικές, κι απ’ την αμαρτία. Να υπάρχει επίσης τηλέφωνο, που κι εκείνο να λειτουργεί μέρα-νύχτα από αδελφές, που μπορούν να παρηγορούν τόσους απελπισμένους της ζωής απ’ τα διάφορα τραύματα και να τους οδηγούν με τα λόγια τους στον μεγάλο Παρηγορητή, τον Χριστό, και να σώζονται έτσι οι ψυχές και να γεμίζουν φως ουράνιο, που θα τους δίνει η θεία χάρις.

Κι εγώ θα ήθελα να εξομολογώ κόσμο, που θα έρχεται. Όταν θα έρχεται κανείς ασθενής, και προπάντων από πειρασμικά, να τον εξομολογώ και μετά να έρχονται οι αδελφές και να του ψάλλουνε παράκληση μ’ ευλάβεια. Δηλαδή να τον έβαζα γονατιστό τον ασθενή κι εγώ καθιστός στην καρέκλα με το επιτραχήλιο να του διάβαζα, ενώ όλες οι μοναχές μ’ ευλάβεια και μ’ ένα στόμα να έψαλλαν παράκληση. Πιστεύω ότι πολλά θαύματα θα έκανε ο Κύριος με την αγάπη μας αυτή. Πολλοί ασθενείς με τη χάρι του Θεού θα γινόντουσαν καλά. Έρχεται, για παράδειγμα, ένας πονεμένος πατέρας και λέει: «Το παιδί μου το πιάνει ζάλη και πέφτει κάτω». Το κρατάς κάμποση ώρα στο μοναστήρι. Εκεί γονατίζουν όλες οι αδελφές, που είναι ένα πνεύμα, μια ψυχή, μια καρδιά με τον γέροντα, κι η προσευχή όλων επηρεάζει την κατάσταση. Μια σύναξη αδελφών που προσεύχονται επηρεάζει, θαύματα κάνει, κι αυτό είναι που ζητώ και λαχταρώ. Αυτό θέλω να κάνω μες στο μοναστήρι».

Το βιβλίο «Βίος και λόγοι» του Γέροντος Πορφυρίου είναι θαυμάσιο από κάθε πλευρά. Εκφράζει όλη την εσωτερική ζωή του Γέροντος, την αγάπη του στον Θεό και τον άνθρωπο, αλλά και στην κτίση. Θα μπορούσε να λεχθή ότι είναι ένα καταπληκτικό βιωματικό εγχειρίδιο ορθοδόξου εκκλησιαστικής ποιμαντικής που μπορεί να διδαχθή ακόμη και σε Εκκλησιαστικές και Θεολογικές Σχολές.

Δυστυχώς έχουμε συνηθίσει να διδάσκουμε η να μελετούμε βιβλία περί ποιμαντικής με λογική διαίρεση των περιεχομένων, με ανάλυση της ιστορίας των διαφόρων φαινομένων με επιστημονικό τρόπο και παράθεση σχετικής βιβλιογραφίας. Όμως, στο βιβλίο αυτό δίνεται το στίγμα της ορθόδοξης διακονίας στον λαό που υποφέρει και αναζητά ορθή λύση των εσωτερικών και εξωτερικών προβλημάτων.

Είναι σημαντικό ότι ο Γέροντας Πορφύριος θέλει να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας «απαλά, χωρίς πίεση στα χέρια του Θεού. Τότε Εκείνος θα έρχεται στις ψυχές σας (μας) και θα τις χαριτώνει». Όλα πρέπει να γίνωνται «απλά, ταπεινά, απαλά». Αυτός, όπως έλεγε, «είναι ένας αγιότατος τρόπος, αλλά δεν μπορεί να τον μάθεις απ’ έξω. Πρέπει να μπει μέσα στη ψυχή σαν μυστικό, ώστε να τον ενστερνισθείς με την Χάρι του Θεού».

Είναι πολύ απλό, αλλά πολύ δύσκολο το μάθημα του Καθηγητού της ερήμου, των πόλεων και των δασών, του Αγίου Όρους και του κόσμου, του πνευματέμφορου Γέροντος Πορφυρίου.

4. Ο τρόπος της ποιμαντικής

 Η ποιμαντική του Γέροντος Πορφυρίου δεν είχε όρους και όρια, γιατί προσφερόταν σε όλους αδιάκριτα, αλλά «πολυμερώς και πολυτρόπως». Ο ίδιος αφηγείται: «Η αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια, το ίδιο και η αγάπη προς τον πλησίον. Να εκτείνεται παντού, στα πέρατα της γης. Παντού, σ’ όλους τους ανθρώπους».

Ωστόσο, όμως, μπορούμε να χαράξουμε μερικά χαρακτηριστικά σημεία της εξασκήσεως αυτής της ποιμαντικής.

Κατ’ αρχάς ο Γέροντας Πορφύριος ήταν ένας ευλογημένος ξηρός, αλλά και χυμώδης καρπός της ερήμου του Άθωνα. Η ησυχία της ερήμου, κυρίως η ηρεμία του νου και της καρδιάς από λογισμούς και από την ταραχή των παθών, το γλυκύτατο αηδονάκι και ο Γερο – Δημάς, τον έκαναν να αγαπήση την έρημο, την ησυχαστική της ζωή, να ζη την ησυχαστική αυτή ζωή που τον συνόδευε σε όλο του τον βίο.

Μέσα από αυτήν την ατμόσφαιρα μπορεί να δη κανείς την αγάπη του προς τον Θεό, που λειτουργούσε θεραπευτικά, και την αγάπη του προς τους ανθρώπους, με ελευθερία, αφού σε κάθε άνθρωπο έβλεπε την εικόνα του Θεού. Με αυτήν την αγάπη περιέλουζε όλην την κτίση, και τους αμαρτωλούς, ακόμη και τις πόρνες και τους γυμνιστές. Αυτή η ευλογημένη τρυφερότητα τον έκανε να λέγη ότι «για να γίνη κανείς χριστιανός πρέπει να έχει ποιητική ψυχή, πρέπει να είναι ποιητής». Όταν μιλούσε για την Εκκλησία την εννοούσε ως την άκτιστη Εκκλησία και βεβαίως την αντιδιέστειλε από την Θρησκεία που μπορεί να βλάψη τον άνθρωπο. Την επικοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό την έβλεπε μέσα από «τον έρωτα», «τον ενθουσιασμό», «την λαχτάρα του θείου», από την «πνευματική τρέλα».

Ο ίδιος, κατά θεία παραχώρηση και κατ ευδοκία, πέρασε από διάφορες ασθένειες, αλλά η καρδιά του δοξολογούσε συνεχώς τον Θεό. Έτσι, δοκίμασε τον ανθρώπινο πόνο, και μπορούσε να αντιλαμβάνεται την αξία του πόνου για την ζωή μας και να καταλαβαίνη τους ανθρώπους που πονούσαν και υπέφεραν από την θνητότητα και την φθαρτότητα του σώματος. Με την ευαισθησία που τον διέκρινε είχε μεγάλη τρυφερότητα για τους ανθρώπους και όλη την κτίση, και το πλησίασμα γινόταν με ιλαρότητα και ευαισθησία. Γι’ αυτό και πολλοί αναπαυόταν από την ευλογημένη ύπαρξή του.

Οι συμβουλές του για τον καθημερινό αγώνα είναι μεγάλης αξίας. Αξίζει να λάβη κανείς ένα λόγο και να τον εφαρμόση σε ολόκληρη την ζωή του. Δίδασκε ότι ο άνθρωπος πρέπει να αγωνίζεται «απλά, απαλά, χωρίς βία», , να μη κάνη κάτι με «αγγάρια και κλωτσάει η ψυχή του», να ασκήται «στα βάθη της ψυχής» και η όλη αυτή εργασία «να γίνεται μυστικά, να μη γίνεται αντιληπτή όχι μόνο απ τούς άλλους, αλλά ούτε κι από σας τους ίδιους».

Μπορεί κανείς στα όσα έχουν γραφή για τον Γέροντα να δη αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο ασκούσε την ποιμαντική του διακονία στον λαό του Θεού, κυρίως σε αυτούς που αναζητούσαν την θεραπεία τους και την σωτηρία τους.

 Ο Γέροντας Πορφύριος είχε δοθή ολοκληρωτικά στον Θεό και τους ανθρώπους και εξασκούσε μια ιδιότυπη και αληθινή ποιμαντική συνδεδεμένη με την θεολογία, ήταν ένας πραγματικός και αληθινός θεραπευτής του λαού του Θεού. Πολλοί έγραψαν για το πρόσωπό του και το έργο του, για τα θαυμάσια που επιτελούσε η Χάρη του Θεού δια του ευλογημένου αυτού ανθρώπου. Όμως, εμένα μου έκανε μεγάλη εντύπωση ιδιαιτέρως ο τρόπος της κοιμήσεώς του, και νομίζω ότι αυτή η κοίμησή του και ο τρόπος του ενταφιασμού του στο Άγιον Όρος, μακρυά από τα βλέμματα των ανθρώπων και την ενδεχόμενη λατρεία του κόσμου, άσκησε την μεγαλύτερη ποιμαντική. Αυτός ο τρόπος δείχνει και την πνευματική του ωριμότητα και την αληθινότητα της ζωής του. Δίδαξε στον λαό την υπέρβαση του θανάτου και ο λαός αισθανόταν τον πλούτο της ταπεινώσεώς του.

Έχω την εντύπωση ότι αυτό το τέλος της βιολογικής του ζωής ήταν συνέχεια της αρχής της ζωής του στο Όρος. Εννοώ την ησυχία που έζησε στα πρώτα βήματα της μοναχικής του ζωής, με την νοερά προσευχή και την καθαρότητα του νοός και της καρδίας, και τα διδάγματα που έλαβε από το κελάηδημα του αηδονιού που τόσο ωραία περιγράφει ο ίδιος. Άκουσε το αηδονάκι «να ξελαρυγγίζεται», και να υμνή τον Πλάστη του, χωρίς να γνωρίζη αν το ακούη κανείς. Βέβαια, αυτό το διέκρινε γιατί εκείνη την εποχή ο ίδιος βρισκόταν σε μια κατάσταση θεωρίας του Θεού και έτσι έβλεπε όλη την κτίση μέσα στην Χάρη του Θεού, έβλεπε τους λόγους των όντων και μέσα από αυτήν την προοπτική διδάχθηκε από το αηδονάκι εκείνο. Ισχύει και εδώ το «εν τω φωτί σου οψόμεθα φως». Και λέγει ο ίδιος: «Το αγάπησα πολύ το αηδόνι. Το αγάπησα και μ’ ενέπνευσε. Σκέφθηκα: ‘’Γιατι εκείνο κι όχι κι εγώ; Γιατί εκείνο να κρύβεται κι όχι κι εγώ;’’ Και μου ήλθε στο νου ότι πρέπει να φύγω, πρέπει να χαθώ, πρέπει να μην υπάρχω».

Πρότυπο σε όλη του την ζωή είχε το αηδονάκι και ζούσε ταπεινά και έψαλλε στον Θεό κρυμμένος από τον κόσμο και όσοι ήθελαν να ακούσουν υμνωδίες πνευματικού αηδονιού πήγαιναν και τον συναντούσαν. Το αηδονάκι της ερήμου του Αγίου Όρους ήταν πρότυπό του και στον τρόπο της κοιμήσεώς του. Πήγε και πάλι στο Άγιον Όρος, στα βαθειά του γεράματα, για να κρυφτή από τους ανθρώπους και να προσεύχεται μόνος στον Θεό. Έτσι, ο Γέροντας Πορφύριος έγινε ένα αηδονάκι του Θεού που κρυβόταν συνεχώς, αλλά το κελάηδημά του είναι εξαίσιο, θεραπευτικό, εξυψωτικό, διδακτικό για όλον τον κόσμο. Είναι ένα ευλογημένο αηδονάκι μέσα στο κήπο του Παραδείσου.

Μακάρι να ακούμε τις υμνωδίες του και μακάρι να έχουμε τις προσευχές του και την αγάπη του.